Περιγράφει ένας Έλληνας Ορθόδοξος ιερέας ιεραπόστολος:

Κάπου στην Αφρική στην εξωτερική ιεραποστολή:

Φθάσαμε νύχτα στο σπίτι που πενθούσε. Το μικρό κοριτσάκι, χτυπημένο θανάσιμα απ’ την ελονοσία, ήταν ξαπλωμένο σ’ ένα μεγάλο κρεβάτι σαν να κοιμόταν γαλήνια. «Ήταν τόσο καλό παιδί!», ψιθύρισε αμήχανα ο συντετριμμένος πατέρας.

«Πρώτο με χαιρετούσε», είπα από μέσα μου. Διαβάσαμε μια σύντομη νεκρώσιμη προσευχή και είπα λίγα λόγια παρηγορητικά. Μόνος, αργότερα, στο δωμάτιο του σχολικού ξενώνα που μας φιλοξενούσε, αναπολούσα τη μέρα που πέρασε. Μακριά, μέσα στη νύχτα, ηχούσε το τύμπανο. Ήταν απ’ το σπίτι που πενθούσε. Στην κόπωσή μου, αναρωτήθηκα. Γιατί βρισκόμαστε εδώ; Ήρθαν ανακατεμένα στη σκέψη μου τα διάφορα που λέγονται για την ιεραποστολή. Κήρυγμα, αγάπη, εκπαίδευση, πολιτισμός, ειρήνη, ανάπτυξη… Απότομα, ένα φως άστραψε κι αποσαφήνισε στην ομίχλη του κουρασμένου μου μυαλού την ουσία του ζητήματος:

«Φέρνετε το μήνυμα, την ελπίδα της Αναστάσεως. Κάθε ανθρώπινο πρόσωπο έχει μοναδική αξία. Θα αναστηθεί.

Εδώ βρίσκεται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τιμή και ελπίδα. Χριστός ανέστη! Τους μαθαίνετε να γιορτάζουν την Ανάσταση μέσα στο μυστήριο της Εκκλησίας. Να την προγεύονται».

Σαν σε φευγαλέο όραμα είδα τη μικρή αφρικανή να με χαιρετάει πρώτη, όπως το συνήθιζε, βοηθώντας με να καταλάβω ακριβέστερα το κέντρο της χριστιανικής ζωής.

«Να την προγεύονται»! Ναι, γίνεται. Το έχω ζήσει! Γιατί να περιμένω εκείνη τη μέρα για να ζήσω τη χαρά κοντά στον Χριστό, όταν μπορώ κάθε μέρα να ζω χαρούμενος κοντά Του, να ζω την Ανάσταση και τον Παράδεισο από τώρα; Ας μην περιμένω λοιπόν. Ας ξεκινήσω να ζω!