Στην ιστορία του αγίου Ιωάννη του Ελεήμονα, Πατριάρχη Αλεξανδρείας, αναφέρεται πως, κατά την εποχή του, ζούσαν δυο σανδαλοποιοί που κατοικούσαν στον ίδιο δρόμο. Ο ένας, αν και είχε μεγάλη οικογένεια, κατάφερνε να τη συντηρεί καλά, και μάλιστα του περίσσευε ψωμάκι. Ο άλλος, αν και ανύπαντρος, μόλις που έβγαζε κάτι, για να κρατιέται στη ζωή, παρόλο που δούλευε ακόμη και την Κυριακή και τις γιορτές. Μια μέρα διηγήθηκε στον συνάδελφό του την οικονομική του κατάσταση και του ζήτησε να μάθει, πώς αυτός κατόρθωνε να τα βγάζει πέρα τόσο εύκολα.

— Φίλε μου, του άπαντα εκείνος, δεν το ξέρεις; Έχω έναν κρυμμένο θησαυρό. Και κάθε Κυριακή παίρνω απ’ αυτόν όσα μου χρειάζονται.

— Θα μπορούσες να μου τον δείξεις; του λέει ο άλλος, όλος περιέργεια.

— Ευχαρίστως. Την άλλη Κυριακή έλα μαζί μου να σου τον δείξω.

Την Κυριακή, λοιπόν, τον παίρνει και τον πάει στην εκκλησία. Παρακολουθούν εκεί τη Θεία Λειτουργία και μετά την απόλυση τού λέει:

— Όπως είδες, φίλε μου, εδώ στην εκκλησία βρίσκεται ο θησαυρός μου. Μετέχοντας στη Θεία Λειτουργία, έχω την ευλογία του Θεού. Αγίαζε, λοιπόν, κι εσύ τις μέρες του Κυρίου, καθώς και τις γιορτές, μετέχοντας στη Θεία Λατρεία.

Και πίστεψέ με, πως ο μεγάλος θησαυρός που βρίσκεται μέσα σ’ αυτή, δηλαδή ο ίδιος ο Χριστός, είναι αρκετά πλούσιος, για να μην αφήνει νηστικούς όσους καταφεύγουν σ’ Αυτόν.