O άγιος Ανδρέας

Επίσκοπος Κρήτης, ο Ιεροσολυμίτης

4η Ιουλίου

Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από τη Δαμασκό. Γεννήθηκε από ευσεβείς και ενάρετους γονείς γύρω στo 660 μ.Χ. Μέχρι τα 7 του χρόνια ήταν τελείως άφωνος, γεγονός που προξενούσε θλίψη στους δικούς του καθώς φοβούνταν ότι το παιδί τους δε θα μιλούσε ποτέ. Ο Θεός όμως με τρόπο θαυματουργικό του έδωσε τη λαλιά του, αφού κοινώνησε τα Άχραντα Μυστήρια. Από τότε πήγε και στο σχολείο. Με το οξύ του νου και την επιμέλειά του κατόρθωσε να προχωρήσει πολύ στις σπουδές του και ιδιαίτερα στη φιλοσοφία. Παράλληλα, καλλιέργησε την ψυχή του στην αρετή και έγινε εραστής της αληθινής και θείας σοφίας.

Αφού δεν αισθανόταν καμία απολύτως κλίση προς τα πράγματα του κόσμου, παρακάλεσε τους ευλαβείς γονείς του, Γεώργιο και Γρηγορία, να τον αφιερώσουν στον Θεό και συγκεκριμένα στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου. Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόδωρος, άνθρωπος ενάρετος και αγιασμένος, τον έκανε μοναχό και τον χειροτόνησε διάκονο. Ο νεαρός Ανδρέας υπηρέτησε ως νοτάριος (δηλ. γραμματέας) του Πατριάρχη και από τη διακονία του αυτή ονομάζεται και Ιεροσολυμίτης.

Εκπροσώπησε μαζί με δύο ακόμη μορφωμένους κληρικούς το πατριαρχείο Ιεροσολύμων στην ΣΤ΄ Οικουμενική Σύνοδο που έγινε στην Κωνσταντινούπολη το 680 μ.Χ. επί αυτοκράτορα Ιουστιανιανού του Ρινότμητου. Παρέμεινε αξιοθαύμαστη και σεβαστή από όλους η σεμνή παρουσία του και η δυναμική ομολογία του στη Σύνοδο αυτή, η οποία καταδίκασε την αίρεση του μονοθελητισμού. Ο ίδιος παρέμεινε στη Βασιλεύουσα προκειμένου να συνεχίσει εκεί τη μοναχική ζωή του με ανεπιτήδευτη απλότητα, με αγρυπνίες, προσευχές, άσκηση, νηστεία και δάκρυα. Ο Θεός και πάλι τον ευεργέτησε πλουσιοπάροχα αξιώνοντάς τον να φωτιστεί και να ανυψωθεί στα ουράνια απολαμβάνοντας τον αρραβώνα της μυστικής ένωσης με τον Νυμφίο Χριστό.

Ο λαμπρός του αγώνας ωφέλησε και άλλους πολλούς. Η Εκκλησία του εμπιστεύτηκε τη διοίκηση του ορφανοτροφείου, όπου αναδείχθηκε αληθινός πατέρας και ευεργέτης των φτωχών και των ορφανών. Ανυψώθηκε στο θρόνο της αρχιεροσύνης, αφού χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Ποίμανε το λαό που του εμπιστεύθηκε ο Θεός, με ζήλο, σοφία, πολλή αγάπη και ποιμαντική δεινότητα, εργαζόμενος για τη σωτηρία όλων. Στο βίο του μάλιστα διασώζονται πολλά θαύματα που η χάρη του Θεού επέτρεψε να κάνει. Γυρίζοντας από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 720 μ.Χ. και αφού είχε προβλέψει ότι δε θα ξαναδεί το αγαπημένο του ποίμνιο, κοιμήθηκε οσιακώς στην πόλη Ερεσσό της Μυτιλήνης. Η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 4 Ιουλίου.

Ο άγιος Ανδρέας Κρήτης συνέγραψε πλήθος θεολογικών συγγραμμάτων (κυρίως ομιλιών και εγκωμίων) στα οποία φαίνεται πόσο ήταν γυμνασμένος στα δόγματα της ευσέβειας. Κατ΄ εξοχήν όμως υπήρξε μελωδός της Εκκλησίας μας, συγγραφέας του κειμένου και της μουσικής πολλών ιερών ασμάτων, στα οποία βέβαια προεξάρχει ο Μέγας Κανών.

Περισσότερα...

Γέννηση του Αγίου

Ο άγιος Ανδρέας γεννήθηκε περίπου το 660 μ.Χ. στην περίφημη Δαμασκό από γονείς θεοσεβείς και ενάρετους, τον Γεώργιο και τη Γρηγορία. Στη φωτισμένη και άγρυπνη επιμέλειά τους και στο προσωπικό τους παράδειγμα οφείλεται το ότι ο γιος τους από μικρή ηλικία ποτίστηκε με τα νάματα της γνήσιας και ενεργητικής πίστης.

Μέχρι το 7ο έτος της ηλικίας του ήταν άφωνος, χωρίς να μπορεί να μιλήσει καθόλου. Γι’ αυτό το λόγο οι γονείς του λυπούνταν παρά πολύ νομίζοντας ότι θα μείνει βουβός για όλη του τη ζωή. Αλλά μόλις πέρασαν τα 7 του χρόνια, πηγαίνοντας κάποτε με τους γονείς του να μεταλάβει το πανάχραντο Σώμα και Αίμα του Κυρίου, έγινε θαύμα. Αμέσως μόλις μετέλαβε, λύθηκε η γλώσσα του και μιλούσε ανεμπόδιστα. Από τότε οι γονείς του τον έστειλαν στο σχολείο για να μάθει τα ιερά γράμματα.

Τα παιδικά του χρόνια

Ο καλός Ανδρέας, έξυπνος στο μυαλό, ασχολούνταν με μεγάλη προθυμία και επιμέλεια με τα μαθήματα. Γυμνάζοντας το πνεύμα του με πόθο υπερβολικό σε κάθε μάθηση, προχώρησε με μεγάλη σύνεση και στη φιλοσοφία. Μελετούσε επίσης τη θεία και ιερή Γραφή και, φωτισμένος από αυτή, έγινε θερμός εραστής της θείας και αληθινής σοφίας.

Ενώ σκεπτόταν ότι δε θα μπορούσε με άλλο τρόπο να ενωθεί με εκείνη τη θεϊκή σοφία παρά μόνο με το να ελευθερωθεί από τα γήινα και υλικά αγαθά, παρακάλεσε τους γονείς του να τον αφιερώσουν στον Θεό επειδή δεν αισθανόταν καμιά έλξη και αγάπη προς τον κόσμο. Οι γονείς του, με τη βοήθεια του Θεού, πήγαν μαζί του και τον αφιέρωσαν στο Ζωοδόχο Τάφο του Κυρίου ως ευπρόσδεκτη προσφορά. Τότε ήταν πατριάρχης Ιεροσολύμων κάποιος αγιότατος άνθρωπος και πολύ ενάρετος που ονομαζόταν Θεόδωρος, ο οποίος με πολλή χαρά δέχτηκε τον νέο και τον έκανε πνευματικό του παιδί. Αφού τον έντυσε με το μοναχικό σχήμα, τον χειροτόνησε διάκονο και επιμελούνταν συνεχώς την προκοπή του φροντίζοντας να τον αναθρέψει με αρετές και κάνοντάς τον άνδρα τέλειο. Τότε ο Άγιος ήταν 14 ετών.

Έτσι, πετυχαίνοντας να καλλιεργήσει την καλή γη, την ψυχή του νέου, έφυγε απ’ αυτό τον κόσμο αφήνοντας τον θείο Ανδρέα, εκτός από οικονόμο της Εκκλησίας, κυβερνήτη και επίτροπο των εκκλησιαστικών πραγμάτων παρά το νεαρό της ηλικίας του.

Νεανική δράση του Αγίου

Τότε, με προσταγή του ευσεβή βασιλιά Κωνσταντίνου, του εγγονού του Ηρακλείου, έγινε στην Κωνσταντινούπολη η Αγία και Οικουμενική ΣΤ΄ Σύνοδος, η οποία αναίρεσε λαμπρά την αίρεση των μονοθελητών και, αφού έγραψε σε ιερό τόμο τα δόγματα της ευσέβειας, έστελνε σε κάθε Εκκλησία βασιλικά γράμματα που επισφράγιζαν το Συνοδικό Τόμο. Όταν έφτασαν τα παραπάνω νέα στην Εκκλησία των Ιεροσολύμων, αφού γέμισαν όλοι πνευματική χαρά, σκέφτηκαν να στείλουν στην Κωνσταντινούπολη άνθρωπο, δείχνοντας ότι και αυτοί είναι σύμφωνοι με τα παραπάνω δόγματα. Έκριναν τότε με κοινή ψήφο να στείλουν τον Ανδρέα μαζί με άλλους δύο κληρικούς επειδή ήταν ενημερωμένος όσο κανένας άλλος στα δόγματα της ευσέβειας.

Παίρνοντας και δύο άλλους κληρικούς τους οποίους ο ίδιος εξέλεξε, πήγε ο Άγιος στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί βρήκε τον γιο του βασιλιά Κωνσταντίνου, αφού ο ίδιος είχε πεθάνει, τον Ιουστινιανό και σ’ εκείνον έδωσε την ομολογία της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων συμπληρώνοντας ο ίδιος με την καλή του γλώσσα τυχόν ελλείψεις. Τότε όλοι τον θαύμασαν για την αγιότητα και τη σοφία του, τη σωστή διοίκηση της πρεσβείας και, στέλνοντας πίσω τους δύο κληρικούς, παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη ελευθερώνοντας τον εαυτό του από τις εκκλησιαστικές υποθέσεις για να περάσει ζωή ησυχαστική και μοναχική.

Συγκεντρωμένος στον εαυτό του και εγκαταλείποντας κάθε μέριμνα εύλογη και ανεύλογη, αφοσιώθηκε ολόκληρος στη θεία μελέτη και θεωρία αγωνιζόμενος με νηστείες, αγρυπνίες και δάκρυα. Αφού πέρασε αρκετό καιρό ησυχάζοντας, πρόσφερε μεγάλη ωφέλεια σε αυτούς που τον πλησίαζαν. Αλλά η αρετή του δεν έμεινε κρυφή και αποκαλύφθηκε τόσο στον βασιλιά όσο και στην Εκκλησία. Με τη βία χωρίστηκε από την ησυχαστική ζωή για να διοριστεί τελικά στη διακονία της Μεγάλης Εκκλησίας. Του εμπιστεύτηκαν τα οικονομικά και τη διοίκηση των δύο ορφανοτροφείων της Κωνσταντινούπολης. Τότε έγινε πατέρας για τα ορφανά και τους φτωχούς αυξάνοντας όχι μόνο τα συσσίτιά τους, αλλά και την ευρυχωρία του χώρου με την κατασκευή μεγάλων οικοδομών τις οποίες έκανε ο Άγιος. Έτσι, άξιος σε όλα, ανέβηκε στον υψηλό θρόνο της αρχιεροσύνης. Έγινε μητροπολίτης Κρήτης.

Πηγαίνοντας στην επαρχία του, άρχισε να εκτελεί το έργο του και να επιμελείται τη διοίκηση της επαρχίας του αφοσιώνοντας τον εαυτό του στην πρόοδο και τη σωτηρία του ποιμνίου του. Αρχικά, έφερε στην τάξη με σοφό τρόπο τους ιερωμένους βγάζοντας λόγο για τη λειτουργική τάξη. Έλεγε δηλαδή ότι πρέπει ο ιερωμένος να είναι λαμπρός και καθαρός όπως ο καθρέφτης, για να μπορεί να δέχεται τις ακτίνες του θείου φωτός και να τις μεταδίδει σε άλλους. Ύστερα, έφερε στην τάξη τα παρθεναγωγεία και τα μοναστήρια ορίζοντας νόμους, σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να πολιτεύονται. Έπειτα, δίδασκε τους κοσμικούς προτρέποντάς τους να προσπαθούν να προσεγγίζουν τον Θεό καταφρονώντας τις κοσμικές ηδονές.

Με τη θεία έμπνευση συνέθεσε βιβλία, στα οποία παρουσιάζεται ως εξαίσιος ρήτορας και θεόπνευστος ιερολόγος. Στους λόγους του εγκωμιάζει λαμπρά την Υπεραγία Μητέρα του Υιού και Λόγου του Θεού στις διάφορες Θεομητορικές Εορτές, το Ζωοποιό Σταυρό του Σωτήρος και άλλες πολλές Δεσποτικές Εορτές και Αγίους. Εκτός των παραπάνω, συνέθεσε και τον Μέγα και αξιέπαινο Κανόνα που ψάλλεται την Τετάρτη της 5ης εβδομάδας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ο οποίος προξενεί όχι μόνο μετάνοια και κατάνυξη, αλλά παρέχει πολυμάθεια στους χριστιανούς και διδάσκει με ποιον τρόπο πρέπει αυτοί να διαβάζουν τις ιερές ιστορίες της Αγίας Γραφής ως αφορμές υψηλότερων σκέψεων.

Μετά από κάποια χρόνια, υποθέσεις της αρχιεπισκοπής του τον ξαναέφεραν στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έγινε δεκτός με τιμές και σεβασμό από όλο το ιερό πλήρωμα της Εκκλησίας, τον βασιλιά και τους άρχοντες. Έμεινε μερικούς μήνες και χρησιμοποίησε την παραμονή του διακονώντας στο θείο κήρυγμα με το οποίο είλκυε πάντοτε πολυάριθμο ακροατήριο τόσο για τη ρητορική του τέχνη και θερμότητα, όσο και για την έξοχη πρακτικότητα της διδασκαλίας του. Με κάθε τρόπο δίδασκε, χορταίνοντας τους πιστούς με τον ουράνιο άρτο και τους φτωχούς με σωματική τροφή. Αλλά η καρδιά του ήταν πάντα στις ακτές της επαρχίας του και μεγάλη υπήρξε η χαρά του όταν άφησε την Κωνσταντινούπολη για να επιστρέψει στα πνευματικά του παιδιά.

Αλλά οι θείες βουλές τον κάλεσαν αλλού. Στη διάρκεια του ταξιδιού ασθένησε όταν το πλοίο παρέπλεε την Ερεσσό της Μυτιλήνης και παρέδωσε την ψυχή του στον Πλάστη, τον οποίο τόσο πιστά και καρποφόρα υπηρέτησε σε όλη του τη ζωή. Το λείψανό του κατατέθηκε στο ναό της καλλινίκου μάρτυρος Αναστασίας.

Αλλά και με έργα και κατορθώματα μεγαλοπρεπή στόλισε την Εκκλησία του Χριστού. Ανακαίνιζε τους κατεστραμμένους ναούς και οικοδόμησε ωραιότατο ναό ξεκινώντας από τα θεμέλια προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, ονομάζοντάς τον Βλαχέρνα. Έχτισε ξενοδοχείο για την ανάπαυση των γερόντων, τη θεραπεία των αρρώστων και τη στέγαση των φτωχών και των ξένων. Μιμούνταν τον Χριστό υπηρετώντας τους αρρώστους με τα ίδια του τα χέρια, ζωσμένος με την ποδιά, πλένοντας τα χέρια, τα πόδια και τα κεφάλια τους, καθαρίζοντας τις πληγές των αρρώστων και γλείφοντας σχεδόν με τη γλώσσα του το πύον και τα αίματα. Τόσο τον θέρμαινε η αγάπη του προς τον πλησίον και τον Θεό.

Θαύματα

Έκανε και θαύματα ο Άγιος με τη χάρη του Θεού: είχε αρχίσει το θέρος και η γη φλογιζόταν από καύσωνα, μην μπορώντας να βρέξει. Τότε τα σπαρτά μαράθηκαν και κινδύνευαν να ξεραθούν εντελώς. Οι άνθρωποι ήταν απελπισμένοι από τον καιρό και την ανομβρία. Σ’ αυτή τη δυστυχία η ψυχή του Αγίου γεμάτη ελεημοσύνη και συμπάθεια, υψώνοντας στον ουρανό χέρια και μάτια, επικαλέστηκε τον Θεό με όλη του την ψυχή να δώσει βροχή στη γη. Και πράγματι, αμέσως καλύφθηκε ο ουρανός από σύννεφα και έβρεξε τόση βροχή, ώστε τα σπαρτά ποτίστηκαν και κάρπισαν και οι άνθρωποι παρηγορήθηκαν. Άλλοτε πάλι στην επαρχία του μία μεγάλη επιδημία πανώλης θανάτωσε πολλούς. Τότε ο Άγιος, με τις ικεσίες και τα δάκρυά του, εμπόδισε την ορμή της θανατηφόρας αρρώστιας.

Κοίμηση του Αγίου

Ετοιμαζόταν να γυρίσει στην επαρχία του από την Κωνσταντινούπολη όπου βρισκόταν. Προγνώριζε όμως ότι δεν επρόκειτο να δει πλέον το ποίμνιό του. Έτσι, μπαίνοντας στο πλοίο ξεκίνησε για την Κρήτη. Όταν το πλοίο έφτασε στη Μυτιλήνη, στάθηκε εκεί. Ο Άγιος τότε ρώτησε πώς ονομαζόταν ο τόπος εκείνος και, μαθαίνοντας ότι λεγόταν Ερεσσός, αποκρίθηκε: «Εδώ πρέπει να αποδώσω στον Θεό την εικόνα την οποία μου έδωσε Εκείνος, δηλαδή εδώ πρόκειται να πεθάνω». Όπως και έγινε. Το ιερό του λείψανο κατατέθηκε στο ναό της αγίας και καλλινίκου μάρτυρος Αναστασίας ως θησαυρός καταφυγής και πηγή ιαμάτων εις δόξαν Θεού.

Ἀπολυτίκιον

Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας διδάσκαλον ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια, πάτερ Ἀνδρέα· πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ὀρθοδοξίας ὁδηγέ, εὐσεβείας διδάσκαλε καὶ σεμνότητος, τῆς οἰκουμένης ὁ φωστήρ, Ἀρχιερέων θεόπνευστον ἐγκαλλώπισμα, Ἀνδρέα σοφέ, ταῖς διδαχαῖς σου πάντας ἐφώτισας, λύρα τοῦ Πνεύματος. Πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.