Ο όσιος Ιλαρίων

ο Νέος, Ηγούμενος της Μονής Δαλμάτων

6η Ιουνίου

Καταγόταν από τη Καππαδοκία. Έζησε κατά τον 9ο αι. μ.Χ. και ανατράφηκε από ευσεβείς γονείς, σύμφωνα με τις αρχές της Ορθοδοξίας. Έτσι, από πολύ νεαρή ηλικία είχε εμποτισθεί με τη δύναμη της πίστης, ώστε αποφάσισε να διάγει ασκητικό και ταπεινό βίο. Στην αρχή πήγε στο Μοναστήρι του Ξηρονησίου στη Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια στη Μονή Δαλμάτων, όπου και έγινε μεγαλόσχημος. Με αγάπη και ταπεινοφροσύνη αφοσιώθηκε στο έργο της Μονής, γι’ αυτό και αναδείχθηκε ηγούμενος. Μάλιστα κατά την περίοδο της εικονομαχίας επέδειξε θαυμαστή αντοχή απέναντι στις πιέσεις του Λέοντα του Αρμενίου και του Πατριάρχη Θεοδότου, που προσπάθησαν να κάμψουν το φρόνημά του. Τελικά άρχισε να διώκεται και επί 8 ολόκληρα χρόνια υπέστη φοβερές δοκιμασίες. Τον φυλάκισαν, τον βασάνισαν και τον εξόρισαν. Δεν κατάφεραν όμως να τον πτοήσουν και να τον αμαυρώσουν με τις αιρετικές αντιλήψεις. Με την επικράτηση της Ορθοδοξίας ο Ιλαρίων επέστρεψε στη Μονή, για να συνεχίσει τον ασκητικό και άγιο βίο του. Στη Μονή παρέμεινε άλλα 3 χρόνια και παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο εν ειρήνη σε ηλικία 70 ετών.

Περισσότερα...

Άκμασε κατά τον 9ο αι. μ.Χ. και καταγόταν από την Καππαδοκία. O πατέρας του ονομαζόταν Πέτρος και ήταν προμηθευτής του άρτου των ανακτόρων, η μητέρα του λεγόταν Θεοδοσία. Και οι δυο τους διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, φρόντισαν μάλιστα να τη μεταδώσουν και στο γιο τους. Ακόμα τον μόρφωσαν και είχαν την ευτυχία να τον δουν να προχωρά στην θρησκευτική και θεολογική μάθηση.

Φλεγόμενος ο Ιλαρίων να αναδειχτεί υπηρέτης της πίστης και της εκκλησίας χωρίς κανένα κοσμικό περισπασμό εισήλθε στο Μοναστήρι του Ξηρονησίου στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί μοίρασε τον χρόνο του μεταξύ της μελέτης και της πνευματικής άσκησης και εξύψωσης της ψυχής του. Στη συνέχεια μετέβη στη Μονή των Δαλμάτων όπου και περιβλήθηκε το αξίωμα του μεγαλόσχημου. Πέρασε μια ολόκληρη δεκαετία εκεί και υπήρξε πρότυπο ταπεινοφροσύνης, φιλαδελφείας και ολόψυχης προσήλωσης στα θεία. Η χάρη του Θεού κατασκήνωσε πλούσια σ’ αυτόν, αξιώθηκε μάλιστα κάποια μέρα να θεραπεύσει και ένα δαιμονιζόμενο νέο με την προσευχή. Και τότε ο ηγούμενος με επιμονή καθημερινή πέτυχε να τον χειροτονήσει ιερέα.

Επειδή οι αδελφοί του στη Μονή των Δαλμάτων ήταν περισσότερο κι απ’ το κανονικό κολακευτικοί προς αυτόν, διακηρύττοντας παρουσία του τις πολλές αρετές του, ο Ιλαρίων αποφάσισε να τους αποφύγει λέγοντας ότι τέτοιοι φίλοι καταντούν ακούσιοι εχθροί. Αναχώρησε λοιπόν, χωρίς να δηλώσει ότι δε θα επέστρεφε και έφτασε στη Μονή των Καθάρων. Οι αδελφοί του στη Μονή των Δαλμάτων, βλέποντας ότι παρατείνεται η απουσία του άρχισαν να κυριεύονται από ανησυχία και έτρεξαν να τον αναζητήσουν. Κι έμαθαν επιτέλους ότι ήταν στη Μονή των Καθάρων αλλά δεν μπόρεσαν να τον πείσουν να επιστρέψει.

Η γνήσια όμως αγάπη δεν υπομένει μόνο αλλά και επιμένει. Δεν ήθελε να έρθει; Αποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν. Κι έτσι απευθύνθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Πατριάρχης ήταν τότε ο ευσεβέστατος Νικηφόρος, ο οποίος με μεγάλη συγκίνηση και χαρά είδε μοναχούς αγωνιζόμενους ολόψυχα να επαναφέρουν κοντά τους τον καλύτερό τους. Τον πόθο τους αυτό συμπάθησε και ο βασιλιάς Νικηφόρος και διαταγή και των δύο επανέφερε τον Ιλαρίωνα στη Μονή των Δαλμάτων. Με κοινή ψήφο τους αναδείχτηκε ηγούμενός τους. Πέρασε μια οκταετία στη νέα αυτή υπηρεσία του Ιλαρίωνα και η συμβίωση των μοναχών υπό την πνευματική του επιστασία ήταν ένα θέαμα ξεχωριστό. Δεν την ονόμαζε απλά κάποιος αδελφότητα αλλά την ψηλαφούσε κιόλας. Κάθε ατομικό θέλημα ήταν εξορισμένο και όλοι συναντιούνταν στο θέλημα του Θεού.

Αλλά στην Εκκλησία ξέσπασε καταιγίδα. Ο Λέων ο Αρμένιος κήρυξε επί πατριαρχίας Νικηφόρου τον γνωστό πόλεμο εναντίον των αγίων εικόνων. Τότε, μεταξύ των μονών που πρωτοστάτησαν στην αντίδραση ήταν και η Μονή των Δαλμάτων. Ο βασιλιάς διέταξε τον ηγούμενο Ιλαρίωνα να έρθει στην Κωνσταντινούπολη και να παρουσιαστεί μπροστά του. Ο Ιλαρίων το έκανε αλλά ο Λέων δεν πέτυχε τον σκοπό του. Ο πιστός καλόγερος δε θαμπώθηκε από τη βασιλική αίγλη, ούτε πτοήθηκε από το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με παρρησία είπε προς το βασιλιά ότι ασεβεί και ότι εγείροντας τον πόλεμο κατά των αγίων εικόνων αδικούσε την Εκκλησία και τάραζε άσκοπα το κράτος. Ο διάδοχος του Πατριάρχη Νικηφόρου Θεόδοτος ο Μελισσηνός μάταια κι αυτός αποπειράθηκε να παραπείσει τον Ιλαρίωνα. Και τότε άρχισε ο διωγμός του Αγίου. Τον περιόρισαν επανειλημμένα σε μοναστήρια, που ανήκαν στη μερίδα των εικονομάχων, όπου τον υπέβαλαν σε στερήσεις και πολλές ταλαιπωρίες. Τον έβαλαν σε κοινές φυλακές και τον έκλεισαν στο φρούριο Προτείχιον.

Ο Λέων ο Αρμένιος φονεύτηκε και ο άγιος Ιλαρίων ανέκτησε την ελευθερία επί του διαδόχου βασιλέως Μιχαήλ του Τραυλού. Αλλά επί του βασιλιά Θεοφίλου άρχισε νέος διωγμός κατά των αγίων εικόνων. Και τότε ο Ιλαρίων έπεσε σε νέο χειμώνα και μεγάλα και σφοδρά κύματα. Λέγοντας με παρρησία την αλήθεια στο Θεόφιλο, ραβδίστηκε σκληρά και εξορίστηκε στο νησί Αφουσία. Οκτώ ολόκληρα χρόνια πέρασε εκεί με πολλές και ποικίλες ταλαιπωρίες όταν ο Θεός ανέδειξε την Εκκλησία νικήτρια της καταιγίδας και του σάλου. Ο Θεόφιλος πέθανε και η σύζυγός του Θεοδώρα πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των αγίων εικόνων. Τότε οι ομολογητές όλοι της Ορθοδοξίας ήρθαν πλήρεις τιμών στη βασιλεύουσα και δόθηκαν στον καθένα τους οι προηγούμενες υπηρεσίες τους. Την ικανοποίηση αυτή έλαβε και ο Ιλαρίων. Η ιερά Μονή του, η οποία τόσο τον ποθούσε, τον ξαναείδε μέσα της. Μέσα σ’ αυτή, μετά από τρία έτη, άφησε την τελευταία του πνοή, αναδειχθείς χριστιανός τέλειος όχι μόνο στις ειρηνικές ώρες, αλλά και στις θύελλες των κινδύνων και των αγώνων για τον Χριστό.

Ἀπολυτίκιον

Tῶν λόγων τοῦ Κυρίου τὴν χάριν γεωργήσας, ἤνθησας καθάπερ ἐλαία, παμμάκαρ Ἱλαρίων, ἐλαίῳ τῶν θείων ἀρετῶν καὶ τῆς ὁμολογίας σου, σοφέ, ἱλαρύνων τὰς καρδίας καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει σοι ἐκβοώντων· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ πᾶσιν ἰάματα.

Ἦχος πλ. δ’

Ἐν σοὶ Πάτερ ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα, λαβὼν γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῶ Χριστῷ, καὶ πράττων ἐδίδασκες, ὑπερορὰν μὲν σαρκός, παρέρχεται γάρ, ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς, πράγματος ἀθανάτου, διὸ καὶ μετὰ Ἀγγέλων συναγάλλεται, ὅσιε Ἱλαρίων τὸ πνεύμά σου.