"Από εδώ και πέρα δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες"

Ουίνστον Τσώρτσιλ (Βρετανός πρωθυπουργός)


Η Ελλάδα το 1940-41 πολέμησε και με τους δύο ισχυρούς αντιπάλους των δυνάμεων του Άξονα, τη φασιστική Ιταλία και τη ναζιστική Γερμανία. Πολέμησε από τις 28 Οκτωβρίου 1940 έως τις 30 Μαΐου 1941. 

Η πρώτη δύναμη που αντιμετώπισε η Ελλάδα ήταν η Ιταλία του Μουσολίνι. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος είχε διάρκεια σχεδόν 5 μήνες, από τις 28 Οκτωβρίου 1940 έως τις 19 Μαρτίου 1941. Η πρώτη φάση του πολέμου ενάντια στους Ιταλούς ξεκινάει στις 28 Οκτωβρίου 1940 και τελειώνει στις 13 Νοεμβρίου 1940. Σ' αυτήν την περίοδο οι Ιταλοί εξαπολύουν σκληρές επιθέσεις απέναντι στις ελληνικές δυνάμεις, οι οποίες αμύνονται στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Τότε συνέβη και η νικηφόρα για την Ελλάδα μάχη στο Καλπάκι. 

Η δεύτερη φάση ξεκινάει στις 14 Νοεμβρίου 1940 και τελειώνει στις 6 Ιανουαρίου 1941. Κατά τη διάρκειά της, οι ελληνικές δυνάμεις, αφού απέκρουσαν την πρώτη ιταλική επίθεση, ξεκινούν αντεπίθεση και αναγκάζουν τους Ιταλούς σε υποχώρηση. Παράλληλα, ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει πολλές ελληνικές πόλεις της Βορείου Ηπείρου, όπως Κορυτσά, Άγιοι Σαράντα, Αργυρόκαστρο. Η τρίτη φάση ξεκινάει στις 6 Ιανουαρίου 1941 και τελειώνει στις 19 Μαρτίου 1941. Τότε ο ελληνικός στρατός, αφού απελευθερώνει και τις τελευταίες ελληνικές πόλεις της Βορείου Ηπείρου, αντιμετωπίζει με επιτυχία την σκληρότατη ιταλική επίθεση Primavera (Άνοιξη-όπως ονομάστηκε), από τις 9 Μαρτίου 1941 έως 19 Μαρτίου 1941. Ο ελληνικός στρατός όχι μόνο απέκρουσε τους Ιταλούς, αλλά κατάφερε να τους νικήσει και να τους κάνει να υποχωρήσουν πέρα από τα ελληνικά σύνορα.


Οι Γερμανοί του Χίτλερ, σε απάντηση προς τους συμμάχους τους Ιταλούς που τους είχαν ζητήσει βοήθεια, επιτέθηκαν στην Ελλάδα στις 6 Απριλίου 1941, στη γραμμή των οχυρών Μεταξά, στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Οι μάχες κράτησαν για 5 ημέρες, έως τις 10 Απριλίου 1941. Ύστερα από απίστευτο ηρωισμό των Ελλήνων στρατιωτών, που για 5 ολόκληρες ημέρες πολέμησαν απέναντι σε έναν πολύ ανώτερο στρατιωτικά και αριθμητικά στρατό, τα οχυρά παραδόθηκαν στους Γερμανούς, όχι όμως επειδή ηττήθηκαν οι Έλληνες στρατιώτες, αλλά επειδή συνθηκολόγησαν κάποια ανώτερα στελέχη του στρατού με τους Γερμανούς.

Η τελευταία περίοδος του πολέμου της Ελλάδας ήταν το δεκαήμερο 20 Μαΐου 1941 έως τις 30 Μαΐου 1941, στη λεγόμενη μάχη της Κρήτης. Μετά από την ηρωική αντίσταση των Ελλήνων στρατιωτών και των ντόπιων Κρητών, το νησί καταλήφθηκε από τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές, και έτσι ξεκίνησε η τριπλή κατοχή της Ελλάδας, από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους.

Δείτε τα σημαντικότερα γεγονότα..
.


- Αυτοί σκοτώνονται για την ελευθερία! είπε ο Αλέκος. O πατέρας χαμογέλασε παράξενα.

- Στην Ελλάδα δεν μπορεί να εννοηθεί ζωή χωρίς ελευθερία. Καταλαβαίνεις, Αλέκο;


Ο κόσμος έκανε ουρά κάθε μέρα για να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν να στέκεται κι ένα γεροντάκι.


Ο Μάης σημάδεψε την Κρήτη. Κι εκείνη, σαν πρώτ' ανδρειωμένη, φλόγισε με τη λεβεντιά και την αρετή της τον μαγιάτικο ουρανό του κόσμου.

20 Μαΐου 1941. Ο «Φτερωτός Ερμής» της Λουφτβάφφε πετά κατά της Κρήτης. 1.370 βομβαρδιστικά μουγκρίζουν και βροντοχτυπούν τον αέρα. Κρύβουν τον ήλιο, καθώς ξερνούν χιλιάδες βόμβες θανάτου. Η ψυχή της Κρήτης αναρριγά και σαστίζει απο πελώρια Γιούγκερ που ρίχνουν σφυρίζοντας πολύχρωμες ομπρέλες, μια καταρρακτώδη βροχή από χιλιάδες πάνοπλους αλεξιπτωτιστές.


Ο μεγάλος Γερμανός συγγραφέας 'Ερχαρτ Κέστνερ έκανε την εξής εξομολόγηση: «Στα 1952, πήγα για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο στην Αθήνα. Η γερμανική πρεσβεία, όταν άκουσε πως είχα πρόθεση να πάω στην Κρήτη, μου συνέστησε, επειδή ήταν πολύ νωρίς ακόμα και οι πληγές από τη γερμανική κατοχή ανεπούλωτες, να λέω πως είμαι Ελβετός. Αλλά εγώ τους ήξερα τους Κρήτες. Από την πρώτη στιγμή είπα πως ήμουν Γερμανός και όχι μόνο δεν κακόπαθα, αλλά ξανάζησα παντού όπου πέρασα τη θρυλική κρητική φιλοξενία».


Ήμουν στο Ναυτικό το 1952 και βρισκόμουν στην Πλατεία Κλαυθμώνος, όχι όπως είναι σήμερα. Εκείνη τη στιγμή έπεφτε ο ήλιος και θα γνωρίζετε ότι με τη δύση του, γίνεται υποστολή της σημαίας. Τότε το Υπουργείο Ναυτικού ήταν εκεί και η σημαία κυμάτιζε ακόμα στο κτήριο. Σήμερα είναι άλλες υπηρεσίες του Ναυτικού.


«Δε θέλω να μου στείλεις φανέλες και κάλτσες. Προτιμώ να μου φτιάξεις και να μου στείλεις μια σημαία.


Ο Τάσος Ρηγοπούλας, στρατευμένος στην Αλβανία το 1940, έστειλε από το μέτωπο το παρακάτω γράμμα στον αδελφό του.


1940. Ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και από τις δυο πλευρές. Στο μέτωπο που έχει δημιουργηθεί στα ελληνοαλβανικά σύνορα οι μάχες μαίνονται σκληρές και αδυσώπητες. Οι τραυματίες και τα θύματα αναρίθμητα και από τις δύο πλευρές. Τα νοσοκομεία της εποχής έχουν γεμίσει κυριολεκτικά από τραυματισμένους στρατιώτες. Παντού, όπου κι αν έστρεφε κανείς το βλέμμα του, αυτό που αντίκριζε ήταν πληγωμένοι και βαριά τραυματισμένοι άντρες.

Χρησιμοποιούμε cookies για να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας και την εμπειρία σας όταν το χρησιμοποιείτε. Για να μάθετε περισσότερα σχετικά με τα cookies που χρησιμοποιούμε, δείτε την Πολιτική Απορρήτου.

Αποδέχομαι τα cookies από αυτόν τον ιστότοπο