11η Ιουλίου

Η αγία Ευφημία και η αγία Όλγα

Ανήκει κι αυτή στη σεμνή και ένδοξη χορεία των χριστιανών παρθένων, οι οποίες σφράγισαν την πίστη τους με το αίμα τους και συγχρόνως με την αυταπάρνηση και την ανίκητη σταθερότητα της γνώμης τους ντρόπιασαν τα διατάγματα και τη δύναμη των ειδωλολατρών αυτοκρατόρων και συντέλεσαν στον ταχύτερο και λαμπρότερο θρίαμβο του χριστιανισμού. Η αγία Ευφημία ήταν από τη Χαλκηδόνα. Ο πατέρας της ονομαζόταν Φιλόφρων και η μητέρα της Θεοδοσιανή. Και οι δυο αυτοί ευσεβείς χριστιανοί, μόρφωσαν έτσι και και την ψυχή της κόρης τους, η οποία από νωρίς διακρίθηκε για τον άγιο ζήλο της, τις αγαθές διαθέσεις της καρδιάς της, τη σεμνότητα του ήθους, την κοσμιότητα του βίου της και τη φιλανθρωπία. Και ωραία ήταν και πολλοί από τους ειδωλολάτρες νέους κυνηγούσαν ένα ευμενές βλέμμα της, ένα ενθαρρυντικό χαμόγελό της. Αλλά η καλή παρθένος διατηρούσε ακηλίδωτη την αγνότητά της, σώφρων πάντα και σεμνοπρεπής, με την καρδιά ανυψωμένη προς τον Θεό και αφοσιωμένη στην ανακούφιση χηρών και απροστάτευτων ορφανών.

Επί Διοκλητιανού λοιπόν, όταν κινήθηκε ο δεινός κατά της Εκκλησίας διωγμός, την κατήγγειλαν ως χριστιανή και οδηγήθηκε στον άρχοντα της περιοχής. Η Ευφημία δεν αρνήθηκε την πίστη της, αν και ήξερε ότι την περίμεναν φρικτά βασανιστήρια. Απεναντίας, θεωρώντας την ευκαιρία κατάλληλη, όχι μόνο ομολόγησε, αλλά και διακήρυξε ότι θα θεωρούσε ευτυχέστατο τον εαυτό της αν έπασχε και πέθαινε για τον Χριστό. Ο κριτής τότε την καταδίκασε σε θάνατο με βασανιστήρια. Την απόφαση αυτή η ντροπαλή κόρη, με τα αθώα μάτια, την ευπρεπή και σεμνή όψη, άκουσε με αγαλλίαση έχοντας υπόψη της ότι ήταν κι αυτή στο στρατόπεδο του Χριστού κι ότι δεν υπήρχε μεγαλύτερη τιμή από το να πεθάνει θαρραλέα υπό τη σημαία του αρχηγού της αγίας μας πίστης. Υπέμεινε τα βασανιστήριά της με θαυμαστή καρτερία. Στην αρχή της σύντριψαν κάποια οστά και ξέσχισαν τη σάρκα της στον τροχό, συνέχισαν καίγοντας τις πληγές της με λαμπάδες. Έπειτα, την απτόητη και άκαμπτη μάρτυρα έριξαν στα θηρία στο αμφιθέατρο, παρουσία πλήθους ειδωλολατρών, οι οποίοι διασκέδαζαν με τέτοια θεάματα, γεγονός που αποδεικνύει τι αγριότητα δέσποζε στον αρχαίο κόσμο που βρισκόταν έξω από την εξημερωτική πνοή του χριστιανισμού. Η αγία κόρη τότε γονάτισε προσευχόμενη για τη σωτηρία της ψυχής της και για τη νίκη της Εκκλησίας και σ’ αυτήν την στάση πέθανε από τα δαγκώματα μιας αρκούδας.

Η αγία Ευφημία νωρίς κατατάχτηκε στο αγιολόγιο της Εκκλησίας, κατά τις αρχές του 4ου αι. μ.Χ. υπήρχε ναός της στη Χαλκηδόνα, όπου μέσα σε αργυρή σορό ήταν τοποθετημένα τα λείψανά της. Τα λείψανα αυτά κρύφτηκαν στη Λήμνο το 766 μ.Χ., ανακομίστηκαν το 797 μ.Χ. στην Κωνσταντινούπολη όπου φυλάσσονταν μέχρι το 1204 μ.Χ. στο ναό των αγίων Αποστόλων δίπλα στον Ιππόδρομο, οπότε αποτέθηκαν στο μέγα ναό της Παμμακαρίστου μέχρι το 1586 μ.Χ. Ακολούθως τα δέχτηκε ο ναός του αγίου Δημητρίου κατά την Ξυλόπορτα μέχρι το 1601 μ.Χ. οπότε αποθησαυρίστηκαν στον Πατριαρχικό ναό. Η παράδοση αναφέρει ότι κατά την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα, μετά το πέρας αυτής, κάποιοι από τους αγίους πατέρες ακούμπησαν στο λείψανο της Αγίας τον Ορθόδοξο Τόμο και τον Τόμο των αιρετικών μονοφυσιτών. Και τον πρώτο παρέλαβε στην αγκαλιά του το άγιο λείψανο, ενώ το δεύτερο, τον απέρριψε.

Ἀπολυτίκιον

Λίαν εὔφρανας τοὺς ὀρθοδόξους καὶ κατήσχυνας τοὺς κακοδόξους, Εὐφημία Χριστοῦ καλλιπάρθενε· τῆς γὰρ τετάρτης Συνόδου ἐκύρωσας ἃ οἱ Πατέρες καλῶς ἐδογμάτισαν· Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.