Ήταν αχώριστοι. Οι καλύτεροι φίλοι, όπως τους χαρακτήριζαν. Μεγάλωσαν μαζί στην ίδια
γειτονιά, πήγαν στο ίδιο σχολείο, καθόντουσαν στο ίδιο θρανίο. Ποτέ δεν τους είδε κανείς να
τσακώνονται. Και όσες φορές έτυχε να μαλώσουν για κάποια ασήμαντη αφορμή, γρήγορα τα
έβρισκαν. Η φιλία τους ξεχώριζε και προκαλούσε εντύπωση. Το μυστικό της το γνώριζαν λίγοι.
Το ανακάλυψε και ο Γρηγόρης, που είχε έρθει πριν λίγες εβδομάδες στο Κατηχητικό, όταν ένα
απόγευμα τούς ακολούθησε μετά το σχόλασμα από το φροντιστήριο.
Τους είδε που έφυγαν μαζί βιαστικά. Περπατούσε από πίσω τους χωρίς να τον πάρουν είδηση.
Πάντα αναρωτιόταν πού πήγαιναν πολλά απογεύματα τόσο βιαστικοί. Ήθελε να μάθει πώς
διασκέδαζαν, σε ποια μέρη σύχναζαν, ποια ήταν η παρέα τους. Θα του άρεσε να γίνει και αυτός
φίλος τους, αφού έδειχναν να περνάνε τόσο καλά. Έκοψαν ξαφνικά μέσα σε ένα στενό.
Κατέβηκαν κάποια σκαλάκια και μπήκαν μέσα σε μία φωτισμένη αίθουσα.
Τους ακολούθησε και αυτός. Άκουσε διάφορες φωνές και γέλια από μέσα.
Κατέβηκε κι εκείνος τα σκαλάκια και κοντοστάθηκε. Η επιγραφή στην πόρτα έγραφε «Αίθουσα
Κατηχητικού Σχολείου».
Μάλιστα… Αυτό ήταν το μυστικό της φιλίας τους; Απογοητεύτηκε λίγο. Ένιωσε παρείσακτος.
Γύρισε την πλάτη του και ανέβηκε ξανά τα σκαλάκια. Κοντοστάθηκε και έριξε άλλη μια ματιά
μέσα. Οι φωνές, τα γέλια, τα παιχνίδια, τα γελαστά πρόσωπα, όλα έδειχναν πολύ διαφορετικά
από αυτά που είχε συνηθίσει.
Κατέβηκε πάλι τα σκαλάκια και μπήκε μέσα…