Νικηταράς
Μία από τις εμβληματικότερες μορφές της Επανάστασης. Η ζωή του υπήρξε μία ζωντανή απόδειξη των στίχων του Κάλβου πως: «Θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία».
Όσοι τον γνώρισαν φιλέλληνες, διανοούμενοι, διπλωμάτες, αγωνιστές θαύμασαν τόσο τη γενναιότητά του όσο και την μεγάλη του αγαθή καρδιά. Ήταν πάντα πρόθυμος να τρέξει όπου τον καλούσαν. Δεν είπε ποτέ όχι στο καθήκον για την πατρίδα. Πίσω από αυτόν τον φτωχικά ντυμένο άντρα με τα παιδικά μάτια, κρύβονταν δύο πανάκριβες αρετές: ο απαράμιλλος ηρωισμός και η τιμιότητά του.
Η αρχή
Γεννήθηκε στα 1782 και καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα της Μεγαλόπολης. Ήταν ανιψιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Στα έντεκά του χρόνια, πήρε τα άρματα ακολουθώντας τον πατέρα του Σταματέλο.
Μα ο μικρός Νικήτας ευτύχησε να έχει κι έναν άλλο ονομαστό δάσκαλο στην τέχνη του πολέμου, τον μεγάλο πρωτοκλέφτη Ζαχαριά.
Μία μέρα έτυχε να περάσει ο Ζαχαριάς από το χωριό του Νικήτα. Εκεί τον βρήκε να δουλεύει σε ένα εργαστήρι που έφτιαχνε ξύλινες κουτάλες. Είδε το ψηλό και σβέλτο παλικαράκι να καταγίνεται με αυτή τη δουλειά, κι αφού ρώτησε τίνος παιδί ήταν, τον ζύγωσε και του πε:
-Δεν ντρέπεσαι ωρέ, τέτοιος λεβέντης και γιος του Σταματέλου, να κάθεσαι και να φτιάχνεις κουτάλες, αντί να πολεμάς τους Τούρκους; Έλα μαζί μου να γυρίζεις λεύτερος κι αρματωμένος μ΄ άλλα παλικάρια συντροφιά.
Ντροπή μα κι ενθουσιασμός πλημμύρισαν την παιδική καρδιά, που από εκείνη τη στιγμή δόθηκε στον αγώνα για τη λευτεριά. Μέρα με τη μέρα οι σπάνιες αρετές του νεαρού κλέφτη κατακτούσαν όλο και περισσότερο τον καπετάνιο του, που αποφάσισε να τον παντρέψει με την κόρη του Αγγελίνα.
Μετά τον θάνατο του Ζαχαριά εντάχθηκε στη δύναμη του Κολοκοτρώνη όπου τον ακολούθησε στη Ζάκυνθο. Εκεί, όπως έκαναν και άλλοι αγωνιστές, κατατάχτηκε σε ξένους στρατούς. Αρχικά στον Ρωσικό ύστερα στον Γαλλικό και τελικά στον Αγγλικό, πλουτίζοντας έτσι τις γνώσεις του στην τακτική και στα άλλα μυστικά του πολέμου.
Τον Οκτώβριο του 1816 ο Νικηταράς είχε μία πολύ μεγάλη απώλεια που τον πλήγωσε κατάβαθα. Έχασε τον πατέρα του, τον μικρότερό του αδελφό και τον αδελφό της γυναίκας του, γιο του ξακουστού Ζαχαριά. Τους έπιασαν οι Τούρκοι κοντά στη Μονεμβασιά. Πρώτα σκότωσαν τον πατέρα του μπροστά στον αδερφό του και δείχνοντάς του το κομμένο κεφάλι, του ζήτησαν να αλλαξοπιστήσει για να γλιτώσει. Μα το ψυχωμένο παιδί τους απάντησε: «Θα πάω κι εγώ εκεί που πάει κι ο πατέρας μου!»

Τριπολιτσά
Στις 23 Μαρτίου του 1821 ήταν ανάμεσα στους καπεταναίους που ελευθέρωσαν την Καλαμάτα. Ο Κολοκοτρώνης επιμένει πως το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η Τριπολιτσά. Οι άλλοι καπεταναίοι όμως διαφωνούν. Έτσι ο Κολοκοτρώνης με τον Νικηταρά και άλλους οπλαρχηγούς ξεκινούν για το μεγάλο τόλμημα. Όμως έχουν μόνο 260 παλικάρια. Αν και λιγοστοί οι αντρειωμένοι ξεσηκώνουν τον κόσμο στο πέρασμά τους. Οι παπάδες με τα Ευαγγέλια στα χέρια έβγαιναν στους δρόμους να τους προϋπαντήσουν. Ευλογούσαν τα άρματά τους κι έκαναν μαζί με τον κόσμο δεήσεις για τη νίκη τους. Ο Κολοκοτρώνης αναθέτει στον Νικηταρά να συγκεντρώσει νέους πολεμιστές. Κι εκείνος μέσα σε λιγοστές μέρες γυρνά με 350 νεοσύλλεκτους.
Νικηταράς ο Τουρκοφάγος
Στις 18 του Μάη 10.000 με επικεφαλής τον Κεχαγιάμπεη ξεκινούν από την Τρίπολη για το Ελληνικό στρατόπεδο στα Βέρβενα. Πρέπει να δώσουν ένα γερό μάθημα σε όσους τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι. Σχεδόν ταυτόχρονα ο Νικηταράς ξεκινά από τα Δολιανά για το Άργος. Βγαίνοντας από τα Δολιανά ο Νικηταράς και οι 200 αρματωμένοι, ακούνε τους χωριάτες πίσω τους να φωνάζουν πως έρχονται οι Τούρκοι να χτυπήσουν το χωριό. Ο αδελφός του Νικηταρά που ήταν θυμωμένος γιατί οι Δολιανίτες δεν τους χάρισαν ένα φόρτωμα κρασί που είχαν ζητήσει για το δρόμο, του λέει:
-Πάμε να φύγουμε κι ας μην αφήσουν από δαύτους οι Τούρκοι ούτε ρουθούνι!
Κι ο μεγαλόκαρδος πατριώτης απαντάει:
-Εγώ αδελφέ έχω ορκιστεί όπου συναντάω Τούρκους να τους πολεμάω. Το ίδιο θα κάνω και τώρα!
Διατάζει και ξαναμπαίνουν στο χωριό. Σμίγουν με άλλους 150 ντόπιους και ξένους και οχυρώνονται σε 13 γερά σπίτια. Το αμέτρητο Τουρκικό ασκέρι πλημυρίζει το χωριό. Μα ο Νικηταράς δίνει κουράγιο στα παλικάρια του:
-Βαστάτε ορέ λεβέντες μου και βλέπω να τους παίρνουμε φαλάγγι!
Την ίδια στιγμή έχει αρχίσει μία δεύτερη μάχη το ίδιο σκληρή και δύσκολη για τους Έλληνες στα κοντινά Βέρβενα όπου βρίσκεται το Ελληνικό στρατόπεδο. Σε μία αναλαμπή της μάχης, πάνω στον ενθουσιασμό τους οι υπερασπιστές των Βερβενών κάνουν μια φοβερή εξόρμηση. Οι Τούρκοι πισωγυρίζουν κι αρχίζουν να υποχωρούν άτακτα παίρνοντας τον δρόμο για τα Δολιανά. Τους βλέπουν οι άλλοι Τούρκοι που πολεμούν εκεί να τρέχουν κυνηγημένοι και σταματούν τον πόλεμο. Πετάγεται τότε το κλεισμένο λιοντάρι, ο Νικηταράς, και ορμάει καταπάνω τους με γυμνό το σπαθί του. Είναι τέτοια η ορμή του στη μάχη και ο όλεθρος που σκορπά, που από την μεριά των παλικαριών του ακούγεται μία φωνή:
– Γεια σου ορέ Τουρκοφάγο Νικηταρά! Και έτσι έμεινε στην ιστορία:
«Νικηταράς ο Τουρκοφάγος».
Ο σεβασμός του νικημένου
Μετά τον θρίαμβο στα Δολιανά τον καλούν στην Αθήνα, για να αναλάβει την πολιορκία της Ακρόπολης. Μα οι Μωραΐτες, που γνωρίζουν την τιμιότητά του, του ζητούν να πάει στην Τρίπολη που έπεσε για να εξασφαλίσει το μερίδιό τους από τα λάφυρα. Έτσι, ο ατίμητος αγωνιστής γυρίζει τις πλάτες στο αξίωμα που του προτείνουν οι άρχοντες της Αθήνας και πάει να μοιράσει δίκαια τα λάφυρα στους φτωχούς συμπατριώτες του. Στις 24 Σεπτέμβρη φτάνει στην Τρίπολη, που έχει περάσει στα Ελληνικά χέρια από την προηγούμενη. Δυστυχώς, οι Έλληνες, εξαγριωμένοι ξεσπούν επάνω στον άμαχο πληθυσμό της Τριπολιτσάς. Αυτός που κουβαλάει τον βαρύ τίτλο του «Τουρκοφάγου» νομίζει πως θα σαλέψουν τα λογικά του απ’ αυτά που βλέπει και ακούει γύρω του. Την Τρίτη ημέρα με διαταγή του Κολοκοτρώνη συντάσσονται ειδικά στρατιωτικά σώματα με σκοπό να σταματήσουν τη σφαγή. Αρχηγό σε ένα από αυτά διορίζει τον Νικηταρά, που τώρα προστατεύει τους νικημένους Τούρκους με το ίδιο πάθος που τους πολεμούσε την ώρα της μάχης…
Δεν πήρε τίποτε
Μετά το σταμάτημα της σφαγής άρχισε η λεηλασία των αμύθητων θησαυρών της Τριπολιτσάς. Μόνο ένας δεν καταδέχτηκε να πάρει τίποτε, ο Νικηταράς! Ο Υψηλάντης που το ‘μαθε αυτό, αγόρασε δυο μπιστόλες και του τις χάρισε, να τις έχει μοναδικό λάφυρο και ενθύμιο από την άλωση της Τριπολιτσάς.
Η γενναιότητά του
Το καλοκαίρι του 1822 ο Δράμαλης καταβαίνει με 30.000 στρατό να σβήσει την Επανάσταση που είχε ανάψει στον Μωριά. Όμως ο πανέξυπνος Κολοκοτρώνης τον καθηλώνει καίγοντας τον Αργίτικο κάμπο. Τελικά ο Δράμαλης οδηγεί τα στράτευμά του προς την Κόρινθο. Όμως ο Γέρος του Μωριά τού έχει στήσει ενέδρα στα Δερβενάκια. Εκεί μέσα στα στενά οι Έλληνες χτυπούν ανελέητα. Το μεγαλύτερο τμήμα του ιππικού όρμησε καλπάζοντας και ποδοπατώντας τους πεζούς να βγει από τα στενά για να γλιτώσει. Φτάνοντας στον Αη Σώστη το σταματούν τα παλικάρια του Αντώνη Κολοκοτρώνη που είχαν προλάβει να πιάσουν το μέρος. Η συμπλοκή που ακολουθεί είναι άγρια αλλά άνιση. Οι Έλληνες είναι λιγοστοί και πεζοί ενώ οι Τούρκοι περίπου 7000 καβαλαραίοι. Σε λίγο η κατάσταση χειροτερεύει καθώς καταφτάνει στο σημείο, από άλλο δρόμο, το δεύτερο τμήμα του στρατού του Δράμαλη. Η μέρα έπαιρνε να γέρνει και ο κίνδυνος να βγούνε οι Τούρκοι από τα στενά γίνεται ολοένα και μεγαλύτερος.
Αλλά να που πάνω στην κρίσιμη στιγμή φτάνει ο πανταχού παρών Νικηταράς! Τραβάει το σπαθί του και ορμάει απόκοσμος και φοβερός. Πρώτος στο γιουρούσι τρέχει αυτός και πίσω του τα παλικάρια μ’ αλαλαγμούς. Ανδρείος, λυγερός και σβέλτος, φτεροπόδαρος, με χέρι ατσαλένιο, βαρύ. Στήθος μορφή, μπράτσα, βουτιούνται στο αίμα σε λιγάκι. Η μεγάλη αγαθή καρδιά του σφίγγεται για μια στιγμή. Λίγο ακόμα και θα λυγίσει, αλλά η σκληρή προσταγή του χρέους τον κρατεί. Συνεχίζει να χτυπά, μα το σπαθί του σπάει. Αρπάζει άλλο, είναι τέτοια η ορμή του που σε λίγο κι αυτό τσακίζεται στα δύο. Κι άλλο, κι άλλο! Τέσσερα σπαθιά χαλάει και δε λέει να σταματήσει να πολεμά.

Ο ίδιος ο Δράμαλης με το 1/3 της στρατιάς του και τους θησαυρούς του δεν τόλμησε να μπει στα στενά. Περίμενε και μόλις είδε την καταστροφή, απογοητευμένος κινά για το Αγιονόρι που οδηγεί στην Κόρινθο. Όμως κι εκεί τον περιμένει ο Νικηταράς με τα μπαρουτοκαπνισμένα παλικάρια του, που σα σίφουνας έχουν τρέξει από τον Άη Σώστη δίχως να πάρουν μια ανάσα ξεκούρασης. Η μάχη ανάβει μα οι Τούρκοι είναι δεκαπλάσιοι στον αριθμό και πολεμούν με την αγριότητα του απελπισμένου. Σε μια στιγμή βλέπει στη μεριά των Τούρκων μία καμήλα που είναι βαρυφορτωμένη με μπαρούτι. Σημαδεύει το φόρτωμα και με μιας όλος ο τόπος τραντάζεται από τον φοβερό βρόντο. Σύγχυση και πανικός στους Τούρκους, που τους βρίσκει κι άλλη συμφορά. Πέτρες και βράχοι που τους σπρώχνουν γυναίκες από τα γύρω χωριά, αρχίζουν να κατρακυλούν από το βουνό και τους πλακώνουν. Αλλοπαρμένοι τρέχουν να βγούν από το στενό και να σωθούν. Πετούν από πάνω τους ό,τι κουβαλούν. Ολόκληρο το μερίδιο του Δράμαλη από τους αμύθητους θησαυρούς του Αλή Πασά κείτεται πεταμένο αποδώ κι απο ‘κεί στο δρόμο της έξαλλης φυγής. Το μυρίζονται τα παλικάρια, παρατούν τους Τούρκους και το ρίχνουν στο πλιάτσικο. Ο Νικηταράς γυρίζει και φωνάζει:
– Αι, ορέ Έλληνες, πού ‘στε ορέ σεις;
Μα οι Έλληνες έχουν σκορπίσει και μαζεύουν λάφυρα.
Μονάχος του θα συνεχίσει με 300 παλικάρια να πελεκάει τον εχθρό.
Η αγάπη του
Σαν πήρε το δρόμο του γυρισμού έπειτα από ώρα, ακούει κάποιον χτυπημένο να βογγάει. Πλησιάζει και βλέπει πως είναι Τούρκος. Τον συμπονά που τον βλέπει να υποφέρει. Και να, ο Τουρκοφάγος σηκώνει στην πλάτη του τον λαβωμένο εχθρό και ανεβαίνει στο ταμπούρι του. Τα παλικάρια του σαν τον βλέπουν αρχίζουν και φωνάζουν του καπετάνιου τους, χειροκροτούν, σφυρίζουν, πανηγυρίζουν. Τα χάνει ο λαβωμένος στο άκουσμα «Νικητηράς» και ξέψυχα τον ρωτά:
-Αλήθεια η αφεντιά σου είσαι ο ξακουστός Νικηταράς;
Δεν περνούν πολλές στιγμές κι ο ήρωας αναταράχτηκε. Νιώθει στο τράχηλό του ένα μαχαίρι.
-Ορέ σκυλλί!
-Μα τον Αλάχ αφέντη μου. Μα τον προφήτη δε σου ‘καμα κακό. Να δες. Από τις τρίχες του κεφαλιού σου έκοψα να κάμω φυλαχτό από εσένα τον ξακουστό πονόψυχο!
Σαν γύρισε ο Νικηταράς ήταν αγνώριστος. Βουτηγμένος στα αίματα από την κορυφή ως τα νύχια, με ταραγμένα νεύρα και με το δεξί του χέρι αγκυλωμένο στο σπαθί που κρατούσε. Στεκόταν αμίλητος κι έμοιαζε αποξεχασμένος, λες και προσπαθούσε να θυμηθεί κάτι μπερδεμένο και πολύ μακρινό…
Αφέθηκε ήσυχα στις φροντίδες των παλικαριών του, που παιδεύτηκαν πολύ να βγάλουν από τα αγκυλωμένα του δάχτυλα το σπαθί του και να τον συνεφέρουν.
Δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό του
Όπως στην Τριπολιτσά έτσι κι εδώ δε νοιάστηκε για πλιάτσικο. Τα παλικάρια του μονάχα, του χάρισαν ένα πανέμορφο άλογο του ιππικού, μία ταμπακιέρα κι ένα βαρύτιμο σπαθί. Μαθημένος στα λίγα και φτωχά, προτίμησε να χαρίσει το άλογο στον λαϊκό ποιητή Τσοπανάκο. Την ταμπακιέρα την έστειλε στην γυναίκα του με το σημείωμα:
«Τη στέλνω σε εσένα που αγαπώ ύστερα από την πατρίδα. Λάβε την να με θυμάσαι.»
Όσο για το σπαθί, ο Νικηταράς το πρόσφερε στον έρανο της Πελοποννησιακής Γερουσίας, για να κινηθεί ο στόλος σε βοήθεια των πολιορκημένων του Μεσολογγίου. Μόλις ο Μιαούλης είδε την επιγραφή πως ήταν δικό του, του το επέστρεψε με την παραγγελία να συνεχίσει να πολεμά με αυτό το σπαθί.

Η μεγαλοψυχία του
Η καταστροφή του Δράμαλη είχε σαν συνέπεια και την παράδοση του Ναυπλίου στις 30 Νοεμβρίου του 1822. Η παράδοση έγινε με συνθήκη, την τήρηση της οποίας ανέλαβε ο Νικηταράς. Παρά το γεγονός ότι στην πόλη αυτή είχε σκοτωθεί πριν λίγο καιρό ο μοναδικός αδελφός που του είχε απομείνει, ο Νικόλας, πνίγοντας τον πόνο του φρόντισε για την περίθαλψη των Τούρκων, για την ασφάλειά τους και για τη μεταφορά τους με πλοία στην Ανατολή, όπως ακριβώς προέβλεπε η συνθήκη.
Έτρεχε όπου τον καλούσε το καθήκον
Όμως τα πάθη δεν άφησαν τους Έλληνες. Οι αντιθέσεις έφεραν τον διχασμό στο Έθνος, ενώ ο εχθρός μένοντας ανενόχλητος άρχισε να ανασυντάσσεται. Ο πρώτος που δεν άντεξε στην ασφυξία αυτής της ατμόσφαιρας ήταν ο Νικηταράς. Παρακινούμενος από τα γράμματα των καπεταναίων της Ρούμελης που ζητούσαν επειγόντως βοήθεια, τραβάει κατά εκεί. Μα από όπου περνάει, μόλις οι Τούρκοι μαθαίνουν πως έρχεται ο Νικηταράς, δε στέκονται να πολεμήσουν. Γυρίζουν στη βάση τους για να ασφαλιστούν.
Και η διχόνοια μεταξύ των Ελλήνων συνεχίζεται. Αηδιασμένος τραβήχτηκε προς τα Καλάβρυτα με άλλους αγωνιστές όπου αναγκαστικά πολέμησε για λίγες μέρες και μόνο για την ασφάλειά τους. Νύχτα έφυγε και μπάρκαρε για το ηρωικό Μεσολόγγι. Εκεί, για να μοιραστεί με τους πολιορκημένους τον κίνδυνο, την αγωνία και την αβάσταχτη πείνα. Ενώ το Μεσολόγγι δοκιμάζεται, η κυβέρνηση φυλακίζει τον Κολοκοτρώνη.
Μα ένας νέος εχθρός απειλεί να σβήσει την Επανάσταση. Ακούει στο όνομα Ιμπραήμ. Από τον Μάη του 1825 ο Υψηλάντης καλεί τον Νικηταρά να επιστρέψει στο Μωριά. Τελικά αφήνει το Μεσολόγγι δύο μήνες αργότερα. Οι Μεσολογγίτες τον ξεπροβοδίζουν με δάκρυα στα μάτια και σε ένδειξη ευγνωμοσύνης του παρέδωσαν έγγραφο με τις υπογραφές των καπεταναίων τους, που τον ευχαριστούσαν θερμά για την συμπαράστασή του.
Μπροστά στον μεγάλο κίνδυνο του Ιμπραήμ, οι πολιτικοί ζητούν και πάλι τη βοήθεια του Γέρου του Μωριά. Αυτός ξεχνά στενοχώριες και αδικίες και οργανώνει την άμυνα. Πιστός δίπλα του, πάντα πρόθυμος και ακούραστος ο Νικήτας. Σε όλες σχεδόν τις αμέτρητες συμπλοκές και μικροεπιχειρήσεις κατά του Ιμπραήμ ο Νικητηράς πήρε μέρος με το ίδιο θάρρος και ορμή όπως πάντα.

Ήταν ταπεινός
Τον Οκτώβρη του 1826 ο Κολοκοτρώνης στέλνει τον Νικηταρά σε βοήθεια του Καραϊσκάκη στη Ρούμελη. Ενώ ο Καραϊσκάκης είναι έτοιμος να οδηγήσει τους Έλληνες εναντίον του Κιουταχή, οι Σουλιώτες βάζουν θέμα ηγεσίας. Προτείνουν οι αρχηγοί να είναι τρεις. Ο Βέικος ή Μπότσαρης απ’ αυτούς, ο Νικηταράς από τους Μωραΐτες κι ο ίδιος ο Καραϊσκάκης από τους Ρουμελιώτες. Και να που στη δύσκολη στιγμή σηκώνεται πάνω ο Νικήτας και βάζει τα πράγματα στη θέση τους.
-Ο πόλεμος πατριώτες δεν κερδίζεται άμα διατάζουνε πολλοί. Ένας πρέπει να ‘ναι ο αρχηγός. Εμείς έχουμε τον καλύτερο, τον Καραϊσκάκη, και θα τον βγάλουμε να βάλουμε άλλους; Να σταματήσει εδώ η κουβέντα και να κοιτάξουμε τι θα κάνουμε με τον Τούρκο.
Παραμερίζει για άλλη μια φορά αξιώματα και διακρίσεις και στηρίζει τον άξιο αρχιστράτηγο με τη γνωστή παλικαριά του σε όλες τις μάχες και στη μεγάλη μάχη της Αράχωβας. Μία από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες της Επανάστασης. Για τρία μερόνυχτα στη σειρά βουλιάζοντας στο παχύ χιόνι και κόντρα στους παγωμένους βοριάδες κυνηγούσε τον εχθρό. Όμως το φοβερό κρύο τον καταβάλει κι αρρωσταίνει από πλευρίτιδα. Αποσύρεται κι αφού αναρρώνει ξαναγυρίζει κοντά στον Καραϊσκάκη και πολεμάει μαζί του στην καταστροφική για τους Έλληνες μάχη του Αναλάτου. Εκεί μετά τον θάνατο του ηρωϊκού Καραϊσκάκη αν και τραυματισμένος ο ίδιος κατάφερε να εγκαρδιώσει και να οργανώσει την αποχώρηση των Ελληνικών δυνάμεων. Από εκεί και ύστερα συνέχισε τον αγώνα στη περιοχή της Μεσσηνίας μέχρι το τέλος της Επανάστασης.
Στην ελεύθερη Ελλάδα
Ήταν από τους πρώτους που υποδέχτηκαν και στήριξαν τον πρώτο κυβερνήτη της χώρας τον Ιωάννη Καποδίστρια. Κι ο ίδιος ο Καποδίστριας εκτίμησε τον τίμιο Νικήτα και του εμπιστεύθηκε τη διοίκηση του ενός από τα τρία συντάγματα του Μωριά.
Μα το γεγονός ότι βρίσκονταν ακόμα Έλληνες κάτω από τον Τουρκικό ζυγό τον κάνει να ξεκινήσει το 1839 την προσπάθεια για τη σύσταση ενός σωματείου με τον τίτλο «Φιλορθόδοξη Εταιρεία». Σκοπός της εταιρείας ήταν η απελευθέρωση της Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και η ανάδειξη στον Ελληνικό θρόνο ορθόδοξου βασιλιά. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Όθωνα. Ο Νικηταράς συνελήφθη, δικάστηκε και εξορίστηκε στην Αίγινα. Ήταν οι 14 χειρότεροι μήνες της ζωής του. Μόνος, χωρίς πόρους, αφού του είχαν στερήσει και το μισθό του, απόβλητος στον τόπο που ελευθέρωσε με το σπαθί του. Λύγισε σωματικά και ηθικά. Γέρασε απότομα και κατέπεσε. Τελικά μετά από μεσολάβηση του Μακρυγιάννη αφέθηκε ελεύθερος. Γύρισε σπίτι του σωστό ερείπιο, για να δεχθεί ακόμα ένα πλήγμα. Μία από τις δύο κόρες του, δεν άντεξε τη χαρά που τον ξαναείδε και τρελάθηκε. Έτσι από τον δαφνοστεφανωμένο εξολοθρευτή του Δράμαλη δεν είχε μείνει παρά μόνο η σκιά του. Ως κι αυτό το φως των ματιών άρχισε να τον εγκαταλείπει.
Δεν παραπονέθηκε για την πατρίδα
Η λιγοστή σύνταξη που παίρνει δεν του αρκεί για να ζήσει. Τα λιγοστά του χρήματα τα είχε χάσει ιδρύοντας ένα χαρτοποιείο, το οποίο όμως δεν πήγε καλά και έκλεισε. Είχε δανειστεί για να φτιάξει το σπίτι του, όπως επίσης είχε δανειστεί τον καιρό του αγώνα για να συντηρήσει τους στρατιώτες του. Οι τόκοι τον πνίγουν. Τελικά ο δοξασμένος ήρωας αναγκάζεται να ζητιανέψει! Όταν το μαθαίνει κάποιος ξένος πρέσβης στην Ελλάδα, πηγαίνει στον Πειραιά, στο σημείο που επαιτούσε ο μεγάλος οπλαρχηγός. Ο ξένος τον πλησιάζει και τον ρωτάει με ενδιαφέρον:
-Τι κάνετε στρατηγέ μου;
Μόλις ο Νικηταράς άκουσε τον ξένο μάζεψε αμέσως το απλωμένο χέρι του.
-Απολαμβάνω ελεύθερη πατρίδα, απάντησε υπερήφανα ο ήρωας.
-Μα εδώ την απολαμβάνετε, καθισμένος στο δρόμο;
-Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά, αλλά έρχομαι εδώ να παίρνω μια ιδέα πως περνάει ο κόσμος
Ο ξένος κατάλαβε, και διακριτικά, φεύγοντας άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Ο σχεδόν τυφλός Νικηταράς που άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί και φώναξε στον ξένο:
-Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρε το μην το βρει κανένας και το χάσεις!
Το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο, το σπίτι του, οι πιστωτές του το βγάζουν σε πλειστηριασμό. Πηγαίνει τυφλός στον πλειστηριασμό κρατώντας ένα σπαθί. Είναι το μοναδικό λάφυρο που δέχθηκε να πάρει μετά τη νίκη του στα Δερβενάκια. Ο πλειστηριασμός βρίσκεται προς το τέλος του, όταν ο Νικηταράς διαβαίνει στην αίθουσα του πλειστηριασμού. Τον αντικρίζουν όλοι με σεβασμό και ντροπή. Σιωπούν. Ο Νικηταράς ανεβαίνει στο βήμα κρατώντας το σπαθί και λέει:
«Τελευταίος πλειοδότης το σπαθί του Νικηταρά».
Οι διεκδικητές αποσύρονται και με αυτόν τον τρόπο δεν πεθαίνει άστεγος.
Το τέλος
Άρρωστος, τυφλός και πικραμένος σέρνει τα τελευταία του βήματα, οδηγώντας το άστρο του στη δύση του… Τα ξημερώματα στις 25 Σεπτεμβρίου 1849 εκεί στα μέρη που αγωνίστηκε με τον Καραϊσκάκη και που με άλλους αγωνιστές έκλαψε τον χαμό του, εκεί κοντά, σε ένα φτωχόσπιτο του Πειραιά, άφησε ο μεγάλος ήρωας την τελευταία του πνοή.
Φτωχός ήρθε στη ζωή, φτωχός την έζησε και φτωχός την άφησε… Φτωχός από χρήματα, μα πλούσιος από τιμιότητα και αγάπη για την πατρίδα.
Ο Νικηταράς αγωνίστηκε χωρίς να περάσει ποτέ από το μυαλό του πως θα έχει το παραμικρό προσωπικό όφελος. Προσπάθησε να συμβιβάσει τις εμφύλιες διαμάχες, περιφρονώντας αξιώματα και τιμές.
Έζησε, πολέμησε και πέθανε περήφανος. Μα πάνω από όλα έζησε, πολέμησε και πέθανε ελεύθερος στην ψυχή. Ελεύθερος από κάθε πάθος, έχοντας μέσα στην καρδιά του την αγάπη για την Ελλάδα και για όλο τον κόσμο. Ακόμα και για τους εχθρούς του.
Το χρέος μας
Το γεγονός πως εμείς σήμερα είμαστε ελεύθεροι το χρωστάμε σε κάποιους αγωνιστές σαν τον Νικηταρά. Που τα έδωσαν όλα, μέχρι και τη ζωή τους, για να μην είμαστε εμείς ραγιάδες (σκλάβοι) αλλά λεύτεροι. Για να ζήσουμε εμείς καλύτερα από ό,τι εκείνοι.
Άραγε, τι κάνουμε εμείς την ελευθερία που με τόσες θυσίες μας χάρισαν οι αγωνιστές του ’21; Πόσο πραγματικά είμαστε εμείς σήμερα ελεύθεροι; Ελεύθεροι όχι μονό στο σώμα μα και στην ψυχή όπως ο Νικηταράς;
Το παράδειγμά του, παράδειγμα αρετής, στέκει λαμπρό και φωτίζει δείχνοντάς μας τον δρόμο. Κι ίσως στους σημερινούς δύσκολους καιρούς να το έχουμε ακόμα περισσότερο ανάγκη. Σε εμάς δεν μένει άλλο παρά να εμπνευστούμε από το παράδειγμα του αγνού αγωνιστή και να το ακολουθήσουμε. Να το ακολουθήσουμε, ώστε να επιβεβαιώσουμε κι εμείς με την ζωή μας, ό,τι επιβεβαίωσε κι ο Νικηταράς με τη δική του. Πως: «Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία».
