Ήταν ημέρα Κυριακή. Ένας επίσκοπος επισκέφθηκε με τη συνοδεία του κάποιο χωριό της επαρχίας του.
Εκεί αναζήτησε τον εφημέριο κληρικό και του ζήτησε να τελέσει τη Θεία Λειτουργία. Ο ιερέας ήταν ένας απλός και αγράμματος χωρικός. Από τη στιγμή όμως που στάθηκε μπροστά στην Αγία Τράπεζα, τον κύκλωσαν πύρινες φλόγες χωρίς όμως να τον καίνε!
Έκπληκτος από το θέαμα ο επίσκοπος, τον καλεί μετά τη λειτουργία και του λέει:
– Ευλόγησέ με, άξιε δούλε του Θεού!
Ο εφημέριος σάστισε.
– Πώς είναι δυνατόν να ευλογηθεί ο επίσκοπος από τον ιερέα; Ρώτησε.
– Δεν είμαι άξιος να ευλογήσω ιερέα, απάντησε ο επίσκοπος, που προσκομίζει στον Θεό τα Τίμια Δώρα «φλεγόμενος» από υπερφυσικό πυρ «και μη καταφλεγόμενος». Όπως λέει ο άγιος απόστολος, «τὸ ἔλαττον ὑπὸ τοῦ κρείττονος εὐλογεῖται» (Εβρ. ζ’ 7), δηλαδή ο κατώτερος ευλογείται από τον ανώτερο.
– Είναι ποτέ δυνατόν, απάντησε ταπεινά ο ιερέας, να τελεί τα φρικτά μυστήρια ο κληρικός, χωρίς να περιβάλλεται από θεϊκή φωτιά;
Ο επίσκοπος θαύμασε την ψυχική καθαρότητα του ιερέα και την ανεπιτήδευτη συμπεριφορά του, και αναχώρησε ωφελημένος.
