Οι συντροφιές και οι παρέες του μετρημένες. Με συναδέλφους που ένιωθαν υπευθυνότητα, που είχαν σοβαρότητα, σωφροσύνη. Απέφευγε τους συναδέλφους που θορυβούσαν, αθυροστομούσαν, δημιουργούσαν θέματα, για να δικαιολογήσουν την οξύτητα και τη στρεβλότητα του χαρακτήρα τους.
Εκλεκτικός υπήρξε ακόμα και στα μαθήματα. Την ποιότητά τους την έκρινε με βάση το καλό που προέκυπτε από αυτά και όχι με βάση την ευχάριστη και ίσως γοητευτική τους μορφή.
Δεν αρκούσε για τον Βασίλειο να είναι ο δάσκαλος επιτυχημένος ρήτορας. Έπρεπε να έδινε και κάτι σπουδαίο, για να τον ακούσει, κάτι που θα καλλιεργούσε το πνεύμα.
Η όλη ζωή τους στην Αθήνα ήταν οργανωμένη με κέντρα την Εκκλησία και τα μαθήματα. Ο φίλος του Γρηγόριος μας πληροφορεί, με κάποια δόση υπερβολής, ότι δύο μόνο δρόμους γνώριζαν οι δυο φίλοι: αυτόν που οδηγούσε στην Εκκλησία και τους ποιμένες της και που είναι ο σπουδαιότερος, και αυτόν που οδηγούσε στους «έξωθεν δασκάλους».
Η άλλη ζωή της πόλης, που ήταν έντονη, σαγηνευτική, θορυβώδης και παραπλανητική, δεν κατάφερνε να τον αιχμαλωτίσει. Στις εκδηλώσεις που πραγματικά διασκεδάζουν το πνεύμα, που το διασκορπίζουν δηλαδή, δεν πήγαινε. Οι γιορτές, τα πανηγύρια, τα συμπόσια και τα θέατρα δεν τον γνώριζαν. Κρίνονταν όλα με το θεμελιώδες μέτρο: τι μπορούσαν να του προσφέρουν στον αγώνα του για την αρετή;
Απόσπασμα από το βιβλίο «Η ζωή ενός Μεγάλου», αναφερόμενο στην καθημερινή ζωή του Αγίου Βασιλείου όταν σπούδαζε στην Αθήνα και ήταν φίλος και συγκάτοικος με τον Άγιο Γρηγόριο.