loader image

Ιάκωβος Πατάτσος, Ανδρέας Ζάκος και Χαρίλαος Μιχαήλ Δημητρίου

Ιάκωβος Πατάτσος (1934-1956)
Γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1934. Ως μαθητής του Γυμνασίου φοίτησε στην «Εμπορική Σχολή Σαμουήλ», στη Λευκωσία. Όταν αποφοίτησε από εκεί, εργάστηκε ως υπάλληλος σε τεχνική εταιρία.
Από μικρό παιδί πήγαινε στα κατηχητικά της ΟΧΕΝ Λευκωσίας, όπου γνώρισε την αλήθεια του Χριστού. Μάλιστα, όταν μεγάλωσε, αποφάσισε την αλήθεια αυτή να τη μεταδώσει και στους μικρότερους. Έτσι έγινε κατηχητής και κάθε Κυριακή έκανε μάθημα στα παιδιά της Αγλατζιάς, ενός προαστίου της Λευκωσίας. Γράφει ο συναγωνιστής του Ανδρέας Παρασκευά:
«Ο Πατάτσος ήταν άνθρωπος του Θεού. Η δράση του στον αγώνα συνταυτιζόταν με τη θρησκεία και, ό,τι έκανε, το έκανε γιατί νόμιζε ότι έτσι όριζε ο Θεός. Τον θυμάμαι στο Κατηχητικό, όταν δίδασκε. Κρέμονταν τα παιδιά από το στόμα του. Θυμάμαι το γαλήνιο ύφος του, τη γλυκειά μελωδική του φωνή, ιδίως όταν έψαλλε.
Τον θυμάμαι σε μια περίπτωση στο Κατηχητικό εκεί που αφηγείτο το σταυρικό θάνατο του Χριστού. Τόσο τον συνεπήρε ο λόγος του, που τον έπνιξε ο συναισθηματισμός του και μου έγνεψε να σηκωθώ να συνεχίσω εγώ, ενώ εκείνος κάθισε σιωπηλός, συνεπαρμένος».
Ο Πατάτσος δεν άργησε να γίνει μέλος της ΕΟΚΑ. Τελικά συνελήφθη στην Πλατεία Σεραγιού της Λευκωσίας, με την κατηγορία ότι σκότωσε έναν Τούρκο αστυνομικό (στην πραγματικότητα τον είχε σκοτώσει άλλο μέλος της ΕΟΚΑ).
Από τον ίδιο και του κοντινούς του ανθρώπους διαθέτουμε παραστατικές εικόνες για το πώς ο Πατάτσος, ο Χαρίλαος Μιχαήλ και ο Ανδρέας Ζάκος (επίσης αγωνιστές της ΕΟΚΑ που απαγχονίστηκαν), που απαγχονίσθηκαν την ίδια ημέρα, ζούσαν τις τελευταίες τους ημέρες στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας.
Τα κελιά τους τα είχαν μεταβάλει σε τόπους προσευχής. Και οι τρεις μαζί μελετούσαν την Αγία Γραφή, προσεύχονταν, τραγουδούσαν θρησκευτικά και πατριωτικά τραγούδια. «Σ’ αυτές τις ώρες διεπίστωσα αμείωτον την αγωνιστικότητα, το θάρρος και την πίστη του Πατάτσου. Εξωμολογήθη, κοινωνούσε τακτικά, προετοιμάζετο κι αντιμετώπιζε με το ίδιο θάρρος και την βεβαιότητα του πιστού τον θάνατο», γράφει ο Πνευματικός του Πατάτσου.

Ο ίδιος ο Πατάτσος γράφει σ’ έναν φίλο:
«Την περασμένην Κυριακήν εξομολογήθηκα και εκοινώνησα των Αχράντων Μυστηρίων. Το ίδιον έκαμε ο Ζάκος και ο Χαρίλαος. Κατά την ώρα του περιπάτου μας (…) τραγουδούμεν, ψάλλομεν, μελετώμεν την Αγίαν Γραφήν και διάφορα χριστιανικά βιβλία… Ο Πανάγαθος Θεός, που γνωρίζει τα βάθη της καρδιάς μας, μας ευλογεί και μας δίδει χάριν. Το εκτελεστικό ανέβαλε την συνεδρίασίν του, δεν ξεύρομεν δια ποίον λόγον. Ό,τι και να συμβαίνει, ό,τι και αν μας ετοιμάζουν, ημείς πρέπει να συνεχίσωμεν τον δρόμον μας και ο Θεός είναι μαζί μας. Τα σχέδια του δυνάστη είναι πονηρά. Ο καιρός περνά βιαστικά και μακάριοι εκείνοι που έζησαν σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. (…) …Κλείω την επιστολή μου με το ρητό: «μὴ  φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι…» [= Μη φοβάστε αυτούς που σκοτώνουν το σώμα, αλλά δεν μπορούν να σκοτώσουν την ψυχή, (Ματ., ι’ 28 )].

Ανδρέας Ζάκος (1931-1956)
Γεννήθηκε στο χωριό της Σολέας, στη Λινού, στις 12 Νοεμβρίου του 1931. Η οικογένεια του Ζάκου κατοικούσε στη Λεύκα, όπου μεγάλωσε. Αφού τελείωσε τα σχολικά του χρόνια, δούλεψε στην Κυπριακή Μεταλλευτική Εταιρία, όπου από χρόνια εργαζόταν ο πατέρας του.
Μετά την έναρξη της δράσεως της ΕΟΚΑ έγινε κι αυτός μέλος και έθεσε τα θεμέλια της πρώτης ανταρτικής της ομάδας. Τελικά συνελήφθη από τους Άγγλους στους αρχαίους Σολούς, όπου με άλλα παλικάρια είχαν στήσει ενέδρα σε ένα αγγλικό τζιπ.
Στον φίλο του, Χαράλαμπο Μπακαλούρη, έγραφε στις 7-8-1956:
«Αγαπητέ Χαμπή,
Απευθύνω σε σένα τον τελυταίο μου χαιρετισμό, για να τον διαβιβάσης στους φίλους, που βρίσκονται εκεί και γενικά σ ’όλη την περιοχή μας. Είμαστε Χριστιανοί και ο αντικειμενικός μας σκοπός πρέπει να είναι η Ουράνια Βασιλεία. Πεθαίνουμε απόλυτα ήρεμοι. Εζήτησε να δω μερικούς από σας, μα δεν μου επέτρεψαν.
Γεια σας και ο Θεός μαζί σας ΑΝΔΡΕΑΣ ΖΑΚΟΣ»

Την παραμονή του θανάτου του (8-8-1956) έστειλε το τελευταίο του γράμμα προς τον αδελφό του Γεώργιο:
«Αγαπητέ αδελφέ
Όταν πάρεις το γράμμα μου αυτό, θα έχω φύγει για πάντα. (Υπάρχει κανείς που θα μείνη;).
Η ώρα του θανάτου πλησιάζει, μα στην ψυχή μας φωλιάζει η ηρεμία (…). Στη θέση που είμαστε τώρα ούτε με το μικροσκόπιο δεν μπορούμε να ανακαλύψουμε, πού υπάρχει η τραγωδία στο θάνατο. Τότε μόνο θα αισθανόμουνα λύπη, αν ήξερα ότι θα μπορούσα να μείνω για πάντα νέος κι αθάνατος, όταν απέφευγα την εκτέλεση. Νομίζω όμως ότι μόνο με την εκτέλεση θα μπορέσω να μείνω πάντα νέος κι αθάνατος. Πρώτα ή ύστερα πρέπει να διαθέσω τη ζωή μου. Δε βλέπω πιο κατάλληλη περίσταση από την τωρινή, για να το κάνω.
Δίνε θάρρος στην οικογένεια. Προσπάθησε να παρηγορήσης τη μητέρα μας. Ο πρώτος γιος της στο εξής θα είσαι συ και όχι εγώ.
Σε φιλώ ο αδελφός σου, ΑΝΔΡΕΑΣ».

Χαρίλαος Μιχαήλ (1935-1956)
Γεννήθηκε στο χωριό Γαλήνη στην επαρχία Τηλλυρίας, στις 9 Φεβρουαρίου 1935. Γονείς του ήταν η Αφροδίτη και ο Μιχαήλ Θεοχάρους. Αφού τελείωσε τα μαθητικά του χρόνια εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ.
Στις 15 Δεκεμβρίου έλαβε μέρος στην μάχη των Σόλων και πιάστηκε αιχμάλωτος από τους Βρετανούς.  Την παραμονή της εκτέλεσής του (8-8-1956) τον επισκέφθηκε η μητέρα του στην φυλακή. Τον βρήκα να ψάλλει, απόλυτα ψύχραιμος. Της είπε: «Είναι για την Πατρίδα μου που πάω. Να το έχεις ευχαρίστηση και καύχημα».
Αφού ήρθε η ώρα να φύγουν οι συγγενείς του, ο πατέρας του θέλησε να του δώσει θάρρος, λέγοντας πως μέχρι την ώρα της εκτέλεσης κάτι μπορεί να γίνει και να σωθεί. Εκείνος όπως κτύπησε το πόδι του κάτω και είπε: «Έχω το θάρρος να πατήσω στην αγχόνη, πατέρα».