loader image

Κύπρος – Από την αρχαιότητα έως το Βυζάντιο Τουρκοκρατίας

1500 π.Χ. – 1191 μ.Χ. 
Αρκεί να μελετήσει κανείς την ιστορία της Κύπρου, για να διαπιστώσει την ελληνικότητά της, η οποία φαίνεται ήδη από τα αρχαία χρόνια. Συγκεκριμένα, με βάση αρχαιολογικά ευρήματα, γύρω στο 1500 – 1400 π.Χ. φτάνουν και εγκαθίστανται στο νησί έμποροι από τις Μυκήνες, ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού.

 

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος.

 

Βρέθηκε στην κυπριακή
πόλη των Σόλων.
Ελληνιστική
περίοδος (325-150 π.Χ.)

Αργότερα, μετά την πτώση των Μυκηνών (περίπου 1100 π.Χ.), φτάνει στην Κύπρο κι ένα δεύτερο κύμα Ελλήνων, οι οποίοι κατοικούν εκεί, φέρνοντας μαζί και τη γλώσσα, τη θρησκεία και τα έθιμά τους. Έτσι η Κύπρος γίνεται νησί καθαρά ελληνικό. 

Από τον 7ο αιώνα π.Χ. έχουμε το έργο «Κύπρια Έπη» του Στασινού, το οποίο αποτελεί λαμπρό δείγμα της ελληνικής γλώσσας στην αρχαϊκή της μορφή. 

Η Κύπρος, στη διάρκεια της ιστορίας της, περνά από τα χέρια πολλών επίδοξων κατακτητώνπολλοί από τους οποίους προσπαθούν, χωρίς επιτυχία, να θέσουν σε αμφισβήτηση την ελληνικότητά της.  

Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα π.Χ. γίνεται στόχος κατακτητικών επιδρομών από Ασσυρίους και Πέρσες.  

Το 500 π.Χ. αναφέρεται επίσκεψη ενός από τους επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας, του Αθηναίου Σόλωνα. Προκειμένου να τον τιμήσουν, οι Κύπριοι δίνουν το όνομα του σε μία πόλη (Σόλοι). 

Το 450 π.Χ. ο Αθηναίος στρατηγός Κίμων φτάνει στην Κύπρο και πεθαίνει λίγο πριν τη ναυμαχία, στην οποία ο στόλος του νικά τους Πέρσες. Στη συνέχεια έχουμε και νέους αγώνες κατά διάφορων κατακτητών  (Αιγυπτίων, Περσών), ενώ ξεχωρίζει η μορφή του Ευαγόρα, ο οποίος γίνεται βασιλιάς της Σαλαμίνας, συμμαχεί με τους Αθηναίους και το 394 π.Χ. νικά τους Πέρσες στη ναυμαχία της Κνίδου στη Μικρά Ασία.

Από τα τέλη του 4ου  αιώνα π.Χ. διανύεται η ελληνιστική περίοδος με την κυριαρχία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

Το 57 π.Χ. το νησί καταλαμβάνεται από τους Ρωμαίους. Κατά την περίοδο της ρωμαϊκής κυριαρχίας, φτάνει σε αυτή, κατά την πρώτη του αποστολική περιοδεία (γύρω στο 45 μ.Χ.,  ο Απόστολος Παύλος, μαζί με τον Απόστολο Βαρνάβα, ο οποίος μάλιστα είναι Κύπριος. Με το κήρυγμά τους διαδίδουν τον Χριστιανισμό και στην Κύπρο έχουμε ιστορικά τον πρώτο χριστιανό Ρωμαίο Διοικητή, τον Σέργιο Παύλο, στην Πάφο.

Ο χριστιανισμός ανθεί στο νησί και το 431 μ.Χ. η Σύνοδος της Εφέσου ορίζει το «αυτοκέφαλο», δηλαδή την ανεξάρτητη διοίκηση της Εκκλησίας της Κύπρου.

 

Ο Διγενής Ακρίτας

Στα βυζαντινά χρόνια, οικοδομούνται μεγάλοι ναοί (βασιλικές), ενώ γίνονται πολλές επιδρομές από τους Άραβες. Κατά την περίοδο 750-950, ως απάντηση στις συχνές επιδρομές από τους Άραβες, το νησί υπερασπίζουν οι ξακουστοί Ακρίτες, οι φρουροί των βυζαντινών συνόρων. Έτσι δημιουργείται η περίφημη μουσική παράδοση με τα ακριτικά τραγούδια και τη θρυλική μορφή του Διγενή Ακρίτα.

Τον 11ο και τον 12ο αιώνα ιδρύονται τα πιο γνωστά μοναστήρια, τα οποία υπάρχουν και μέχρι σήμερα (Μονή Κύκκου και Μονή Μαχαιρά).
 

[1] Η περίοδος 1600-1050 π.Χ. ήταν εποχή ακμής για την Κύπρο. Το νησί καθίσταται εκείνη την περίοδο πολυσήμαντο πολιτικό, εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο του ευρύτερου γεωγραφικού της χώρου. Ενδεικτικό ότι τους αιώνες αυτούς, βρίσκονται στην Κύπρο μυκηναϊκά αγγεία σε τέτοια έκταση, όσο σε καμία άλλη περιοχή εκτός της ηπειρωτικής Ελλάδας. Την ίδια περίοδο πιστοποιούνται εμπορικές επικοινωνίες ανάμεσα στην Κύπρο και την Αίγυπτο. Σώζονται μάλιστα επιστολές Κυπρίων βασιλέων προς τους Φαραώ Τούθμωσι Γ’ και Σέσωθι Α’.

[2] Οι Μυκήνες (Μυκήναι, Μυκήνη) ήταν αρχαία πόλη της Αργολίδας κοντά στο βουνό Τρητός κι απέναντι απ’ τον Αργολικό κόλπο.

Κατά τη 2η χιλιετία π.Χ., οι Μυκήνες ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα του ελληνικού πολιτισμού, αποτελώντας ένα ισχυρό στρατιωτικό φρούριο που δέσποζε στο μεγαλύτερο μέρος της νότιας Ελλάδας. Η περίοδος της ελληνικής ιστορίας μεταξύ 1600 π.Χ. έως περίπου το 1100 π.Χ. ονομάζεται «μυκηναϊκή», αναφερόμενη στις Μυκήνες. Στο απόγειο της δόξας τους, το 1350 π.Χ., το κάστρο και η κάτω πόλη είχαν 30.000 κατοίκους. Πρώτος ο Όμηρος αναφέρει την πόλη, περιγράφοντάς την με τα λόγια «ευρυάγυιαν, πολύχρυσον» (=με ευρείες οδούς, πλούσια σε χρυσάφι).

[3] Η Σαλαμίνα ιδρύθηκε λίγο μετά το 1200 π.Χ. από τον Τεύκρο τον Τελαμώνιο από τη Σαλαμίνα, το γνωστό νησί του Σαρωνικού κόλπου. Αδελφός του ήταν ο Αίας ο Τελαμώνιος, ο γενναιότερος, μετά τον Αχιλλέα, από τους ήρωες του Τρωικού πολέμου. Όταν ο Τεύκρος, μετά τη λήξη του πολέμου, επέστρεψε στην πατρίδα του, ο πατέρας του, ο βασιλιάς Τελαμώνας, τον κατηγόρησε για το θάνατο του αδελφού του. Τότε ο Τεύκρος κατέφυγε στη Κύπρο, όπου έχτισε την καινούργια πολιτεία του στην ανατολική ακτή του νησιού, πολύ κοντά στη σημερινή Αμμόχωστο, δίνοντάς της το όνομα της αγαπημένης του πατρίδας, της Σαλαμίνας. Οι βασιλιάδες της Σαλαμίνας, η οποία αναδείχθηκε στη σημαντικότερη πόλη της αρχαίας Κύπρου, ήταν Έλληνες, απόγονοι των Τευκριδών. Ξεχωρίζει ο Φιλόκυπρος (6ος αιώνας π.Χ.), ο οποίος είχε φιλοξενήσει και το Σόλωνα τον Αθηναίο, έναν από του επτά σοφούς της Αρχαίας Ελλάδας, καθώς και ο Ευαγόρας (410-374 π.Χ.), επί των ημερών του οποίου η Σαλαμίνα έφθασε στο απόγειο της ισχύος της. Δεν  είναι τυχαίο ότι τα ονόματα Τεύκρος και Ευαγόρας, ως βαπτιστικά, φέρουν πολλοί ακόμα Κύπριοι μέχρι και σήμερα, προς τιμή των αρχαίων προγόνων τους.

Οι ανασκαφές έχουν αποκαλύψει πολλά σπουδαία μνημεία από την εποχή της ακμής της Σαλαμίνας(4ος & 5ος αιώνας π.Χ.), όπως νεκρόπολη, αρχαίους τάφους, τύμβο, γυμνάσιο, θέατρο, αγορά κλπ. Σώζεται ακόμα ένα σημαντικό τμήμα από τα τείχη της πόλης.

[4] Για το Διγενή Ακρίτα αντλούμε πληροφορίες από τα δημοτικά τραγούδια και ποίηματα, καθώς και από «Το έπος του Διγενή Ακρίτα», ένα λογοτεχνικό κείμενο της βυζαντινής εποχής (9ος-10ος αιώνας μ.Χ.), το οποίο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1875.
Κεντρικός ήρωας ήταν ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας. Σύμφωνα με τον μύθο ήταν ένας από τους Ακρίτες, τους φρουρούς των Βυζαντινών συνόρων και απέκτησε το προσωνύμιο Διγενής εξαιτίας της εθνικής καταγωγής του: η μητέρα του, Ειρήνη ήταν κόρη βυζαντινού στρατηγού και ο πατέρας του Μουσούρ Άραβας εμίρης από την Συρία (άρα ο Βασίλειος ήταν από δύο γένη). Ο Διγενής παρουσιάζει στην ιστορία εξαιρετικές ικανότητες σε πολλούς τομείς, όπως η πάλη και το κυνήγι. Γι’ αυτό τον λόγο αποτελεί ένα από τα πρότυπα ανδρείας και γενναιότητας στην λογοτεχνία και εκφράζει τα ιδεώδη και τους πόθους του ελληνικού γένους.
Πέρα από τη δημοτική ποίηση, το πρόσωπο του Διγενή έχει εμπνεύσει και μεταγενέστερους λογοτέχνες. Ο Άγγελος Σικελιανός έχει γράψει ολόκληρη τραγωδία με τίτλο «Ο θάνατος του Διγενή», ενώ ο Κωστής Παλαμάς ταυτίζει το Διγενή με την ελληνική ψυχή.