loader image

Μπροστά στο ιερό καθήκον

Στο μικρό βορειοηπειρωτικό χωριό, στο διτάξιο σχολείο που έχει μετατραπεί σε πρόχειρο ιατρείο, η νεαρή προϊσταμένη, που ξεκουράστηκε λίγες ώρες, ήρθε νύχτα ακόμα να αντικαταστήσει τη νεαρή συνάδελφο που ήταν στους τραυματίες όλο αυτό τον καιρό. Τρίτος μήνας βαρύς, χειμωνιάτικος, από τότε που ξεκίνησε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος, κι αυτή μόλις είχε τελειώσει τη Σχολή Νοσοκόμων. Επιστρατεύτηκε από τις πρώτες μέρες και, παρά την επιφύλαξη των δικών της, πήρε τον δρόμο τον τραχύ για το ιερό καθήκον.

 

Στην αρχή τοποθετήθηκε στο Νοσοκομείο, στα Γιάννενα, μα έπειτα από τη νικηφόρα προέλαση του στρατού και τη ντροπιασμένη οπισθοχώρηση των Ιταλών, της ανέθεσαν το μικρό τούτο πρόχειρο ιατρείο στο βορειοηπειρωτικό χωριό.

Πολλές φορές τα νεανικά της χέρια έκλεισαν κάποια σβησμένα μάτια που δε θα έβλεπαν πια ποτέ το φως του ήλιου, αγαπημένα πρόσωπα… Πολλές φορές τα χείλη της ψιθύρισαν ευχές της Εκκλησίας…

Έδενε κάποιο τραύμα που αιμορραγούσε, όταν ο Δήμος ήρθε βιαστικός και χλωμός και της ψιθύρισε:

– Έφεραν δυο καινούριους…

Σφίχτηκε η καρδιά της προϊσταμένης, όπως κάθε φορά που έλειπε ο γιατρός κι έπρεπε να σηκώσει μόνη την ευθύνη. Προπάντων τώρα, στο μεγάλο δίλημμα που της προξένησε ο λόγος του φαντάρου: «Έφεραν δυο, έναν δικό μας κι έναν Ιταλό… Θα φέρω τον δικό μας πρώτα…»

Απάντησε με φωνή που μόλις την άκουσε ο τραυματιοφορέας:

Ξύπνησε την αδελφή Μαρία και φέρε πρώτα αυτόν που είναι πιο βαριά… Εσείς βοηθήστε τον άλλο όσο μπορείτε, έως ότου τελειώσω…

Έσκυψε πάνω στο μελαχρινό παλικάρι, τον εχθρό, τον ξένο, που την κοίταζε με τα πελώρια μάτια του, με ένα βλέμμα βουβής ικεσίας κι απελπισίας μαζί. Το τραύμα στο στήθος, που αιμορραγούσε, το σπασμένο πόδι και χέρι τής πήρε αρκετό χρόνο. Βιαζόταν και για τον δεύτερο.

Όταν ετοιμαζόταν να σκύψει πάνω και στον Έλληνα φαντάρο, είδε να την πλησιάζει χλωμή, με ασταθές βήμα η βοηθός της. Με απόγνωση στα μάτια, που δεν άφηνε τη φωνή της να βγει:


– Πέθανε, αδελφή προϊσταμένη… Δεν αιμορραγούσε πολύ… δεν κατάλαβα πως αυτός ήταν πιο βαριά…


 Συγκλονίστηκε η προϊσταμένη. Πήγε στην άλλη αίθουσα, που είχαν τον Έλληνα φαντάρο. Κάποιες χλωμές ελπίδες πως ίσως ζει, πως δεν τελείωσαν όλα, την έφεραν κοντά του.

Κι είδε μπροστά της κάποιο αγαπημένο πρόσωπο, έναν λεβέντη νέο, που τον καμάρωνε η γειτονιά, τον αδελφό που μεγάλωσαν μαζί, τον δικηγόρο με τη λαμπρή σταδιοδρομία, των γονιών της το στήριγμα και την ελπίδα… Τα γόνατα λύγισαν, η καρδιά έσπασε. Έπεσε πάνω στον νεκρό αδελφό της, που εσωτερική αιμορραγία από τραύμα στην κοιλιακή χώρα τον έφερε τόσο γρήγορα στον θάνατο.

Έκλαψε, πάλεψε με τις τύψεις πως η δική της καθυστέρηση τον θανάτωσε. Έκλαψε για τον πόνο των γονιών της, του μικρού της αδελφού που είχε τον νεκρό πρότυπο αρετής κι ανδρείας. Σαν μάνα, σαν αδελφή έσκυψε πάνω του, έλουσε το νεκρό σώμα του, το νεκροστόλισε, το συνόδευσε ως τα Γιάννενα και ζήτησε να γυρίσει πίσω στο ιερό καθήκον της. Μα της έδωσαν ολιγοήμερη άδεια να τον συνοδεύσει ως την Αθήνα, για να παρηγορήσει τους πονεμένους γονείς που δέχτηκαν σιωπηλοί τη θυσία του γιου τους.

Ύστερα από δέκα χρόνια, στο γραφείο της, στο μεγάλο Νοσοκομείο, η διευθύνουσα είδε την πόρτα της να ανοίγει κι ένας ψηλός άνδρας που κούτσαινε ελαφρά, της είπε με σπαστά ελληνικά:

– Δε με θυμάστε, βέβαια… Είμαι ο Ιταλός φαντάρος που μου προσφέρατε τις πρώτες βοήθειες, εκεί στα ηπειρωτικά βουνά και σώσατε τη ζωή μου… Πριν φύγω από εκεί, άκουσα πως με προτιμήσατε από έναν Έλληνα που μάθαμε αμέσως πως ήταν αδελφός σας. Έγραψα το όνομά σας. Ήρθα με τη γυναίκα μου και το παιδί μου να προσκυνήσουμε τον τάφο του ήρωα αδελφού σας και να πούμε ένα βαθύ «ευχαριστώ», αν πρέπει, στους γονείς σας. Ευχαριστώ, διευθύνουσα!

Η σαραντάχρονη πια αδελφή άπλωσε τα δικά της χέρια κι έσφιξε το διστακτικό χέρι του άνδρα που την κοίταζε με απέραντο θαυμασμό. Θυμήθηκε την αλησμόνητη φράση που ειπώθηκε πριν δύο χιλιάδες χρόνια: «Αγαπάτε τους εχθρούς υμών»…