loader image

Ο αιμοδότης

Ο κόσμος έκανε ουρά κάθε μέρα για να δώσει το αίμα του για τους τραυματίες μας. Ήταν εκεί νέοι, κοπέλες, γυναίκες, μαθητές, παιδιά, που περίμεναν τη σειρά τους. Μια μέρα, ο επί της αιμοδοσίας φίλος μου γιατρός είδε μέσα στη σειρά των αιμοδοτών που περίμεναν, να στέκεται κι ένα γεροντάκι.

– Εσύ, παππούλη, του είπε ενοχλημένος, τι θέλεις εδώ;

Ο γέρος απάντησε δειλά:

– Ήρθα κι εγώ, γιατρέ, να δώσω αίμα.

Ο γιατρός τον κοίταξε με απορία και συγκίνηση. Ο γέρος παρεξήγησε τον δισταγμό του. Η φωνή του έγινε πιο ζωηρή.

– Μη με βλέπεις έτσι, γιατρέ μου. Είμαι γερός, το αίμα μου είναι καθαρό και ακόμα ποτέ μου δεν αρρώστησα. Είχα τρεις γιους. Σκοτώθηκαν και οι τρεις εκεί πάνω, χαλάλι της Πατρίδας! ‘Ομως, μου είπαν πως οι δυο πήγαν από αιμορραγία. Λοιπόν, είπα στη γυναίκα μου, θα είναι και άλλοι πατεράδες που μπορεί να χάσουν τα παλικάρια τους, γιατί δε θα έχουν οι γιατροί μας αίμα να τους δώσουν. Να πάω να δώσω κι εγώ το δικό μου. «Άιντε πήγαινε, γέρο μου», μου είπε, «κι ας είναι για την ψυχή των παιδιών μας».

Κι εγώ σηκώθηκα και ήρθα.

Στρατής Μυριβήλης