1938. Σ’ ένα χωριατόσπιτο της Κύπρου ο δεκάχρονος Γρηγόρης ρωτάει και ξαναρωτάει τον πατέρα του για την ιστορία της Ελλάδας:
– Η λευτεριά, πατέρα, είναι σπουδαίο πράγμα;
– Ναι, γιε μου.
– Σπουδαιότερο και από τη ζωή;
– Πολύ σπουδαιότερο.
– Κι ο Διάκος κι ο Ανδρούτσος σκοτώθηκαν γι’ αυτή;
– Ναι, κι αυτοί και άλλοι πολλοί.
– Πατέρα, είναι αλήθεια πως οι Τούρκοι σούβλισαν στη φωτιά τον Διάκο;
– Αλήθεια, γιε μου.
– Και χαμογελούσε, πατέρα;
– Ναι, γιε μου, χαμογελούσε.
– Εμείς, πατέρα, είμαστε ελεύθεροι;
Αναστενάζει ο πατέρας και απαντάει με πίκρα:
– Όχι, γιε μου, δεν είμαστε.
– Γιατί;
– Γιατί θέλουμε Διάκους και Ανδρούτσους.
Μένει σκεφτικό το παιδί. Κοιτάζει στα μάτια τον πατέρα και λέει με παιδικό πείσμα:
– Θα γίνω σαν τον Διάκο, άμα μεγαλώσω. Θα γίνω σαν τον Λεωνίδα.
Κι έγινε! Ο Γρηγόρης Αυξεντίου μεγαλώνοντας εντάχθηκε στην ΕΟΚΑ. Πολύ σύντομα, λόγω της παλικαριάς του, ορίστηκε υπαρχηγός της οργάνωσης. Όπου τον καλούσε το καθήκον έτρεχε και πολεμούσε τους Άγγλους κατακτητές του νησιού με απίστευτη τόλμη. Τη δική του ζωή δεν τη λογάριαζε, αλλά τα παλικάρια του τα φρόντιζε και τα ενέπνεε σαν στοργικός πατέρας. Δεν τους μάθαινε μόνο να πολεμούν, αλλά και να πιστεύουν με όλη τους την καρδιά στον Χριστό. Μέσα στη σπηλιά που είχαν ως κρησφύγετο, μελετούσαν όλοι μαζί την Αγία Γραφή και ο Γρηγόρης τούς ανέλυε τον λόγο του Θεού.
Οι Άγγλοι τον κυνηγούν παντού, όμως ο Αυξεντίου καταφέρνει και ξεφεύγει συνεχώς μέσα από τα χέρια τους. Ώσπου στις 3 Μαρτίου 1957 κάποιος προδότης υποδεικνύει στους κατακτητές το κρησφύγετο του Αυξεντίου και της ομάδας του στο όρος Τρόοδος, πολύ κοντά στη Μονή Μαχαιρά. Οι Άγγλοι περικυκλώνουν τη σπηλιά με 5.000 στρατιώτες και δύο ελικόπτερα. Ο Αυξεντίου διατάζει τους τέσσερις συναγωνιστές του να βγουν και να παραδοθούν:
– Εγώ θα πολεμήσω και θα πεθάνω, τους λέει.
Τα παλικάρια παραδίδονται. Οι Άγγλοι όμως θέλουν τον Αυξεντίου. Εννιά ώρες προσπαθούν να τον βγάλουν απ’ αυτή την τρύπα. Έχουν καλέσει και δημοσιογράφους με κάμερες να καλύψουν το «κατόρθωμά» τους. Ο Αυξεντίου αντιστέκεται και 47 Άγγλοι στρατιώτες πέφτουν νεκροί, ενώ πολλοί τραυματίζονται.
Δεν τολμούν να πλησιάσουν. Τελικά, τα ελικόπτερα ρίχνουν πάνω από 130 λίτρα βενζίνη στη σπηλιά και με τρεις εμπρηστικές βόμβες βάζουν φωτιά. Ο «Σταυραετός του Μαχαιρά» καίγεται ολόκληρος αφήνοντάς μας ως φυλαχτό τα τελευταία λόγια που είπε στους συντρόφους του: «Εμείς σπείραμε τον σπόρο. Οι άλλοι θα τον θερίσουν. Άναψε και φούντωσε η φλόγα στις καρδιές των Ελλήνων. Τίποτα δεν μπορεί πια να τη σβήσει!».
