loader image

Το θαύμα του Ορχομενού

Οι Γερμανοί έφτασαν στον Ορχομενό τις απογευματινές ώρες της 9ης Σεπτεμβρίου. Ένα τμήμα του γερμανικού στρατού έμεινε μέσα στο χωριό, ενώ ένα άλλο τμήμα με τρία τανκς προχώρησε ευθεία μπροστά από την εκκλησία, για να πάει στην περιοχή όπου σύμφωνα με τις πληροφορίες βρίσκονταν οι αντάρτες, αλλά και εκεί όπου έφυγαν οι περισσότεροι κάτοικοι, γιατί μόλις ακούστηκε ότι έρχονται οι Γερμανοί, ο Ορχομενός άδειασε και έφυγε σχεδόν όλος ο κόσμος, για να γλιτώσει.

Τα τρία τανκς πέρασαν μπροστά από την εκκλησία της Παναγίας μας και προχώρησαν 550 μέτρα περίπου, οπότε το πρώτο τανκ, όπως πήγαινε, ακινητοποιήθηκε στη μέση του δρόμου. Ούτε μπροστά μπορούσε να πάει, ούτε πίσω να γυρίσει. Το δεύτερο τανκ δοκίμασε να περάσει δίπλα κι έπεσε σε ένα χαντάκι, ενώ το τρίτο τανκ, που βγήκε αριστερά από το πρώτο, είχε και αυτό την ίδια τύχη. Τρία τανκς στην ίδια ευθεία, λες και κάποιος τα τραβούσε προς τα έγκατα της γης και τα εμπόδιζε να προχωρήσουν. Το γεγονός αυτό έγινε γύρω στα μεσάνυχτα της 9ης προς τη 10η Σεπτεμβρίου. Πήγαιναν τέτοια ώρα οι Γερμανοί, γιατί ήθελαν να πιάσουν στον ύπνο και τους αντάρτες και τον κόσμο, αλλά φαίνεται ότι κάποιος είχε την έννοια του εδώ στον Ορχομενό, κάποιος αγρυπνούσε.

 

Η ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΥ 

Όταν ξημέρωσε η 10η Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής, ο οποίος λεγότανε Όφμαν, γύρισε πίσω στο χωριό και ζήτησε βοήθεια. Ζούσε τότε εδώ ένας Σέρβος, ο οποίος γνώριζε καλά τα γερμανικά. Με τη βοήθεια του Σέρβου βρήκαν και ένα τρακτέρ και πήγαν και τράβηξαν τα τανκς. Όταν κινήθηκε και το τρίτο τανκ, ο Γερμανός φώναξε «θαύμα, θαύμα, τα τανκς κινήθηκαν σαν να ήταν άδεια σπιρτόκουτα!» κι ομολόγησε ότι, ενώ όλη νύχτα προσπαθούσαν οι Γερμανοί να κάνουνε κάτι με τα τανκς χωρίς αποτέλεσμα, πριν καλά καλά το τρακτέρ ασκήσει δύναμη στο κάθε τανκ, το κάθε τανκ έφευγε από μόνο του. Έδειξε την εκκλησία ο Γερμανός και είπε: «Τι εκκλησία είναι αυτή;» Του απάντησε ο Σέρβος: «Είναι που έφυγε η Παναγία και πήγε στους ουρανούς.» Δεν ήξερε να του πει στα γερμανικά «Η Κοίμηση της Θεοτόκου».

Ζήτησε να έρθει στην εκκλησία, ειδοποιήθηκαν οι ιερείς, ειδοποιήθηκαν οι πρόεδροι των χωριών -γιατί είχαμε τότε δυο κοινότητες- Σκριπούς και Πετρομαγούλας. Μαζεύτηκε κόσμος κι ο Γερμανός μπήκε μπροστά από όλους μέσα στην εκκλησία. Από την πρώτη στιγμή που μπήκε μέσα στον ναό της Παναγίας μας, έδειξε ότι κάτι έψαχνε. Κάτι γύρευε. Όπου έβλεπε εικόνα, πήγαινε και την κοιτούσε. Οι τοίχοι της εκκλησίας -που σήμερα είναι γυμνοί- ήτανε γεμάτοι από φορητές εικόνες, οι οποίες έπαθαν ζημιά από τον εμπρησμό του 1995. Κάποιες είναι ακόμα στα εργαστήρια των συντηρητών, ενώ κάποιες άλλες συντηρήθηκαν. Όπου έβλεπε, λοιπόν, εικόνα ο Γερμανός, πήγαινε και την κοιτούσε. Δε βρήκε στο μεσαίο κλίτος αυτό που έψαχνε, ξαναγύρισε στον πρόναο και ήρθε στο κλίτος που είναι το παρεκκλήσι του αποστόλου Παύλου. Φτάνοντας τέσσερα με πέντε μέτρα από το τέμπλο του αποστόλου Παύλου, γονάτισε κάτω ο Γερμανός, σήκωσε το χέρι του, και έδειξε την εικόνα της Παναγίας που ήτανε στο τέμπλο του αποστόλου Παύλου. Δείχνοντας την εικόνα είπε: «Αυτή η γυναίκα σάς έσωσε. Να την τιμάτε και να τη δοξάζετε.»

 


Τι είχε συμβεί; Σύμφωνα με την ομολογία του Όφμαν και των άλλων στρατιωτών, την ώρα που πήγαιναν τα τανκς, για να δουν τι θα κάνουν με τους αντάρτες και να αναγκάσουν τον κόσμο να γυρίσει πίσω στο χωριό και μετά να βάλουν φωτιά και να γίνει το μακελειό και η καταστροφή η μεγάλη, ακούστηκε μία γυναικεία κραυγή πόνου και αγωνίας και μέσα σε μια φωτεινή νεφέλη, παρουσιάστηκε μια μεγαλόπρεπη γυναίκα, η οποία είχε το χέρι της σηκωμένο σε απαγορευτική στάση και κοιτούσε τους Γερμανούς με αυστηρό βλέμμα, με αποτέλεσμα τα τανκς να ακινητοποιηθούν. Όταν ο Γερμανός είδε την εικόνα της Παναγίας ομολόγησε και είπε:

«Αυτή η γυναίκα παρουσιάστηκε μπροστά μου, αυτή η γυναίκα σταμάτησε τα τανκς.»

Και συνέχισε: «Mη φοβάστε, δε θα σας κάνουμε κακό και μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, ο τόπος σας θα είναι κάτω από την προστασία μου.» Και ξέρουμε ότι ο Όφμαν τήρησε την υπόσχεσή του, γιατί όταν μετά από μερικές εβδομάδες έγινε κάποιο επεισόδιο με τους αντάρτες, οι Γερμανοί είχαν μαζέψει όλους τους άντρες και έγινε επιλογή των νεοτέρων. Τους πήραν και τους είχαν υπό κράτηση στη Λιβαδειά και, πριν αποφασίσουν οι Γερμανοί τι θα κάνουν μαζί τους, επενέβη ο Όφμαν και αφέθηκαν όλοι ελεύθεροι, χωρίς να πάθει κανένας το παραμικρό.

Εκείνη την ημέρα στις 10 Σεπτεμβρίου, οι κάτοικοι του Ορχομενού έκαναν και τραπέζι στους Γερμανούς, για να τους ευχαριστήσουν που δεν τους έκαναν κακό. Μάλιστα, ζουν ακόμα πολλές γιαγιάδες, που θυμούνται ότι τότε σαν μικρά κορίτσια τις έστειλαν στο σπίτι οι γονείς τους, για να πάρουν ψωμί, τυρί, κρασί, αυγά, κανένα κοτόπουλο και γενικά ό,τι είχαν στα σπίτια οι άνθρωποι, για να κάνουν το τραπέζι να φάνε ο Όφμαν και οι άλλοι στρατιώτες που ήταν μαζί του. Όσοι παρακάθισαν στο τραπέζι αυτό (μεταξύ αυτών και ο τότε πρόεδρος της κοινότητος Σκριπούς, ο αείμνηστος Δημήτριος Γκικόπουλος), θυμούνται τον Όφμαν, που έλεγε και ξανάλεγε μία στερεότυπη φράση. Κάποια στιγμή ρώτησαν τον Σέρβο, «Τι λέει ο Γερμανός;» Ο Γερμανός έλεγε και ξαναέλεγε: «Να χρωστάτε χάρη στην Παναγία, γιατί σήμερα θα παθαίνατε μεγάλο κακό.» 

Οι Γερμανοί ευχαριστήθηκαν με τη συμπεριφορά των κατοίκων του χωριού και, πριν φύγουν, ο Γερμανός Όφμαν πρώτα και στη συνέχεια και άλλοι στρατιώτες πρόσφεραν κάποια χρήματα στην εκκλησία. Με τα χρήματα αυτά έγινε η πρώτη απεικόνιση του θαύματος. Είναι ένα λάβαρο το οποίο βρίσκεται κρεμασμένο στο Άγιο Βήμα του αποστόλου Πέτρου. Το λάβαρο εικονίζει την Παναγία μας, στα πόδια της είναι ένας άντρας, μία γυναίκα και ένα παιδί, που συμβολίζουν τον λαό του Ορχομενού, που ζήτησε τη σκέπη και την προστασία της. Η Παναγία τούς σκεπάζει με το αριστερό της το χέρι, ενώ με το δεξί της χέρι σταματάει τα τανκς, τα οποία είναι ριγμένα στα δεξιά της.


Λέγεται ότι κάποτε ένας άνθρωπος, που αγαπούσε πάρα πολύ τον Χριστό και εφάρμοζε το Ευαγγέλιο στη ζωή του, ζήτησε από Τον Χριστό μια μεγάλη χάρη, να βρεθεί στον Παράδεισο πριν πεθάνει. Ο Χριστός τού έκανε τη χάρη και ο άνθρωπος περιδιάβηκε όλο τον Παράδεισο και στο τέλος πήγε κοντά στον Χριστό. «Σε ευχαριστώ, Κύριε», Του είπε, «γιατί ευδόκησες να πραγματοποιηθεί αυτή η μεγάλη μου επιθυμία, όπως έκανες πριν από χρόνια πολλά και για τον μεγάλο απόστολο Παύλο. Σε ευχαριστώ, γιατί είδα τα κάλλη του Παραδείσου και άκουσα τους αγγέλους να δοξολογούν το όνομα της Αγίας Τριάδος. Σε ευχαριστώ, Κύριε, γιατί με αξίωσες να δω τους αποστόλους σου, τους μεγάλους Ιεράρχες, τους Ιερομάρτυρες και τους Μεγαλομάρτυρες, τους οσίους και Δικαίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και άνδρες και γυναίκες. Όσο, όμως, κι αν έψαξα, όσο κι αν προσπάθησα, δεν είδα πουθενά τη Μητέρα σου, Κύριε, την Υπεραγία Θεοτόκο, ενώ εγώ γνωρίζω ότι τρεις μέρες μετά την Κοίμησή της την ανέστησες, για να την έχεις μαζί σου στον Παράδεισο, στον ουρανό.»
Χαμογέλασε ο Χριστός μας και είπε: «Η Παναγία, η Πανάχραντη μητέρα μου, σπάνια βρίσκεται μαζί μου στον ουρανό. Συνήθως βρίσκεται κοντά σας, κάτω στη γη. Κάθε φορά που την επικαλείστε, κάθε φορά που κινδυνεύετε, κάθε φορά που ζητάτε τη βοήθειά της, τρέχει κοντά σας, για να σας βοηθήσει, για να σας προστατέψει, για να σκουπίσει τα δάκρυά σας, για να ακουμπήσει το άγιο χέρι της στο πρόσωπό σας που καίγεται από τον πυρετό, για να σας σηκώσει από το πέσιμό σας, για να σας κλείσει στη στοργική μητρική της αγκαλιά». Δόξασε τον καλό Θεό ο δίκαιος αυτός άνθρωπος και Τον ευχαρίστησε μέσα από την καρδιά του για το μεγάλο δώρο Του προς τους ανθρώπους, για την Παναγία μας.

 

Η ΕΟΡΤΗ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΚΑΘΙΕΡΩΝΕΤΑΙ


Έκτοτε καθιερώθηκε να γίνεται μεγάλη γιορτή και πρέπει να αναφέρουμε ότι το 1944, πριν ακόμα τελειώσει η γερμανική κατοχή, γιόρτασαν για πρώτη φορά το θαύμα της Παναγίας και ευχαρίστησαν τον Θεό για τη σωτηρία τους από τους Γερμανούς κατακτητές. Μάλιστα, το απολυτίκιο του θαύματος το έγραψε ο τότε Μητροπολίτης Λιβαδειάς, ο μακαριστός Συνέσιος, που καταγόταν από την Τήνο και κοιμήθηκε το 1944. Αυτό δείχνει πως ο ίδιος ο Μητροπολίτης της περιοχής, πριν ακόμα περάσει λίγος καιρός από τότε που έγινε το γεγονός, το περιέβαλε με το κύρος του και έγραψε μάλιστα και τους πρώτους ύμνους, ούτως ώστε να υμνείται το θαύμα της Παναγίας. Το απολυτίκιο αυτό γράφτηκε κατά απομίμηση του απολυτίκιου της ευρέσεως της εικόνας της Παναγίας της Τήνου.

Τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ της 9ης προς τη 10η Σεπτεμβρίου του 1943; Εμείς οι Έλληνες είμαστε άνθρωποι οι οποίοι πιστεύουμε, αλλά είμαστε και άνθρωποι που μας αρέσει να ψαχνόμαστε. Σκέφτομαι καμιά φορά: «Δεν υπάρχει άλλη πίστη στον κόσμο που να αφήνει τον άνθρωπο ελεύθερο να ψάχνει.»
Για μας τους Ορθοδόξους δεν ισχύει το «πίστευε και μη ερεύνα», αλλά το «πιστεύω και ερευνώ». Λοιπόν, εμείς οι Έλληνες είμαστε άνθρωποι που μας αρέσει να ψαχνόμαστε, αλλά και πιστεύουμε. Και ξέρουμε ότι, όπου υπάρχει πίστη, έρχεται σαν απάντηση το θαύμα. «Είναι το φίλτατο τέκνο της πίστεως το θαύμα», όπως λέει ο μεγάλος Γερμανός ποιητής, ο Γκαίτε. Έτσι και εκείνη τη βραδιά, που όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά, κάποιες ψυχές, που τις ξέρει μόνο ο Θεός, θα σκέφτηκαν ότι για πάνω από χίλια χρόνια στον Ορχομενό ήταν Βασίλισσα και Προστάτιδα η Παναγία, κι άμα η Παναγία ήθελε, δεν επρόκειτο να πάθουν το παραμικρό. Οι άνθρωποι αυτοί σίγουρα προσευχήθηκαν, και μπορούμε να φανταστούμε μια ωραία εικόνα. Την Παναγία μας να τρέχει, να γονατίζει μπροστά στον Χριστό μας και να Τον παρακαλεί για τον Ορχομενό και για τους κατοίκους του. Κι ο Χριστός μας, που  -όπως ξέρουμε- ό,τι ζητήσει η Παναγία για χάρη μας, πάντοτε το ικανοποιεί, θα της είπε χαμογελώντας: «Μάνα, αφού τους αγαπάς τόσο πολύ, πήγαινε βοήθησέ τους και σώσε τους.» Και πραγματικά ήρθε η Παναγία και έσωσε και τον Ορχομενό και τους κατοίκους του.

Σώζεται μία συνέντευξη του Γερμανού στην Ευγενία Περιορή, η οποία τελειώνει με την εξής φράση: «η συνάντησή μου με αυτή τη γυναίκα» (εννοεί την Παναγία) «άλλαξε ριζικά τη ζωή μου». Και μάλιστα, πριν από λίγους μήνες, μία κυρία, η οποία κατάγεται από τον Ορχομενό και μένει χρόνια στην Αθήνα, είχε παντρευτεί, δεν έκανε παιδιά δικά της, είχε ένα βαφτιστήρι που ήταν χρόνια στη Γερμανία και αποφάσισε να πάει να βρει το βαφτιστήρι της. Πηγαίνοντας στη Γερμανία, την υποδέχτηκε ο βαφτιστικός της και την πήγε στο σπίτι του, όπου είδε τα παιδιά του. Η νονά του τον ρώτησε πού βρίσκεται η γυναίκα του και αυτός απάντησε ότι η γυναίκα του δουλεύει και θα γυρίσει το απόγευμα».
Λέει:
– Η γυναίκα σου δε θα είναι Ελληνίδα.

– Ε, όχι, λέει, είναι Γερμανίδα.

Ε! Λίγο στεναχωρήθηκε η νονά. Ήρθε η γυναίκα στο σπίτι. Συστήθηκαν, έκανε τον διερμηνέα ο βαφτιστικός και της λέει κάποια στιγμή η κοπέλα (το κατάλαβε που στεναχωρήθηκε που ήταν Γερμανίδα):

– Μη στεναχωριέσαι νονά, που είμαι Γερμανίδα. Μπορεί να είμαι Γερμανίδα, αλλά όμως είμαι Ορθόδοξη.

Έμεινε η νονά.

– Ορθόδοξη από πού; Σε βάφτισε, όταν σε παντρεύτηκε ο βαφτιστικός μου;

– Όχι, της απαντάει.

«Είμαι δισέγγονη του Γερμανού αξιωματικού, ο οποίος στον Ορχομενό συναντήθηκε με την Παναγία και μας μιλούσε πάντοτε για την ιστορία αυτή. Τον πρόλαβα και εγώ μικρό παιδάκι και όλη η οικογένεια είμαστε Ορθόδοξοι.»