loader image

Ο Καπίνγκα, πριν φτάσει στην καλύβα του, κοντοστάθηκε. Εκεί πιο κάτω, είδε ένα τσούρµο παιδιά γύρω από τον Μπόλε, να τον παρακολουθούν µε ανοιχτό το στόµα καθώς διηγούταν µε µαεστρία την ιστορία του.

Το συνήθιζε ο Μπόλε. Τις νύχτες, µε τη φωτιά µπροστά αναµµένη, για να κάνει πιο µυστηριώδη την ατµόσφαιρα, άρχιζε τις ατέλειωτες ιστορίες
που µιλούσαν για σκληρούς αρχηγούς φυλών, για µαχαιρώµατα, για κακά πνεύµατα. Ιστορίες που έκαναν την καρδιά των παιδιών να σφίγγεται από φόβο. Άλλοτε ήταν πιο όµορφες και απαλές οι ιστορίες του. Μιλούσαν για ζώα µε λαλιά, για δένδρα που κουβέντιαζαν, για ζαρκάδια που έκαναν αγώνες. Το είχανε παράδοση στη φυλή τους να λένε τέτοιες ιστορίες. Και ο Μπόλε είχε γίνει ένας πολύ καλός τέτοιος παραµυθάς.

Όµως, µέρες τώρα, τη σκέψη του Καπίνγκα τη βασανίζει µία φράση του ιερέα τους. «Ως χριστιανοί θα πρέπει να σταµατήσουµε να µιλάµε στα παιδιά για πράγµατα που ανάβουν τα µίση, για εκδικήσεις, για µαγείες. Το βιβλίο του Θεού έχει τόσες όµορφες διδακτικές αλήθειες, που σώζουν, που βοηθούν να γίνουµε καλύτεροι. Τέτοιες ιστορίες να λέµε στα παιδιά, να γαληνεύουν οι καρδιές τους. Μιλάει για την αγάπη του Θεού το βιβλίο Του. Για τη χάρη του Αγίου Πνεύµατος να αποµακρύνει τα κακά πνεύµατα. Για µάγους και δαίµονες που έχασαν τη δύναµή τους µπρος στο Φως του Χριστού». Άστραψαν τα µάτια του Καπίνγκα. Πήγε, κάθισε κοντά στον Μπόλε. Τι κουβέντιασαν τα δυο δεκατετράχρονα αγόρια, ποιες υποσχέσεις έδωσαν στον Θεό, κανένας δεν έµαθε.

Όµως από την άλλη µέρα, ο Μπόλε, µε την ίδια χάρη, διηγούταν στους µικρούς του φίλους κάποια διδακτική ιστορία για τον Ιωσήφ και τα αδέλφια του, για τον Μωυσή και τα µεγαλεία του Θεού, για τον Χριστό και τους µαθητές Του.

Τώρα ο Καπίνγκα χαίρεται σαν τον ακούει να σκλαβώνει τους µικρούς ακροατές του µε τις χριστιανικές διηγήσεις.

Θα χάσει, βέβαια, η οικογένεια του Μπόλε έναν παραµυθά, αλλά θα κερδίσει η ορθόδοξη Εκκλησία της Κανάγκα έναν δυνατό ερµηνευτή του λόγου του Θεού…