Συνήθως όταν μιλάμε για τους ήρωες του Μακεδονικού Αγώνα, αναφερόμαστε στους οπλαρχηγούς εκείνους που με αυτοθυσία και γενναιότητα υπερασπίστηκαν τα ελληνικά χωριά της Μακεδονίας.
Υπήρχαν όμως και πολλοί αφανείς ήρωες, που έδωσαν τα πάντα για την πίστη τους και την αγάπη τους στην πατρίδα. Ήρωες και ηρωίδες που υπηρέτησαν τον Μακεδονικό Αγώνα από τη θέση που βρίσκονταν εκείνη τη δύσκολη εποχή. Μία από αυτές τις ηρωικές μορφές που ξεχωρίζει ήταν η δασκάλα Αγγελική Φιλιππίδου.
Γεννημένη στη Θεσσαλονίκη το 1880, ορφανεύει από μικρή και αναλαμβάνει την ανατροφή της η αδελφή του πατέρα της (η θεία της, δηλαδή), που της μαθαίνει την αγάπη για τον συνάνθρωπο και την πατρίδα. Όταν το 1900 διορίζεται δασκάλα στην Καρατζόβα, οι βουλγαρικές συμμορίες δρουν ανεμπόδιστες και οι Έλληνες απεγνωσμένα αναζητούν κάποιον να τους ενθαρρύνει και να τους ενδυναμώνει. Το δύσκολο και βαρύ αυτό έργο πέφτει στους ώμους της Αγγελικής. Παρά το γεγονός ότι είναι μόλις είκοσι ετών, ευγενική και λεπτοκαμωμένη, κρύβει μέσα της μια γενναία καρδιά και μεταμορφώνεται σε άγγελο παρηγοριάς όλων των κατατρεγμένων. Διδάσκει με ενθουσιασμό γράμματα και ιστορία στα παιδιά, συμβουλεύει τις μητέρες για την ανατροφή των παιδιών τους, εξασφαλίζει δωρεάν ιατρικές εξετάσεις των μαθητών, αλλά και φαρμακευτική περίθαλψη για τους χωρικούς. Η μεγάλη της προσφορά καρποφορεί, προκαλεί, όμως, και αντιδράσεις. Γιατί με τέτοια Ελληνίδα δασκάλα, πώς είναι δυνατόν να στεριώσει βουλγαρικό σχολείο και να επικρατήσει η προπαγάνδα τους; Πρέπει, λοιπόν, με κάθε τρόπο να την εξοντώσουν.
Το ελληνικό προξενείο διαισθάνεται τον κίνδυνο και τη μεταθέτει στην Κλεπούσνα (σημερινή Αγριανή Σερρών). Άλλωστε, υπήρχαν φήμες πως κι εκεί σκόπευαν οι Βούλγαροι να ιδρύσουν σχολείο, ενώ πολλές οικογένειες πιέζονται να προσχωρήσουν στη Βουλγαρική Εξαρχία (δηλαδή τη Βουλγαρική Εκκλησία που αποσχίσθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Η Αγγελική αφιερώνεται κι εδώ στην αποστολή της με το ίδιο πάθος, έχοντας στήριγμα την αγάπη των χωρικών. Ως νέος συμπαραστάτης στον αγώνα της σύντομα εμφανίζεται ο δάσκαλος και μετέπειτα σύζυγός της, Δημήτριος Φιλιππίδης.
Αλλά η τραγωδία δεν αργεί να έρθει… Το βράδυ της 12ης Δεκεμβρίου του 1906 γίνεται η μεγάλη σφαγή της Κλεπούσνας. Αφού οι Βούλγαροι κομιτατζήδες καίνε το σπίτι του ιερέα και αφανίζουν τους προκρίτους του χωριού, επιτίθενται και στο σπίτι των αγωνιστών δασκάλων. Οι δύο σύζυγοι, από παράθυρο σε παράθυρο, πολεμούν με τα δίκαννα και τα περίστροφά τους, ώσπου η Αγγελική πληγώνεται στο γόνατο. Μα συνεχίζει τον αγώνα μέχρι που το σπίτι παραδίδεται στις φλόγες. Τότε, γεμάτη φριχτά εγκαύματα και υποβασταζόμενη από τον άνδρα της, περνά σε γειτονικό σπίτι, απ’ όπου συνεχίζει να μάχεται τους κομιτατζήδες.
Την επόμενη μέρα οι Βούλγαροι υποχωρούν, εγκαταλείποντας την Κλεπούσνα. Όταν φτάνει εκεί ο πρόξενος Σερρών, Σαχτούρης, η Αγγελική, παρά τους πόνους, παρακαλεί να μη μεταφερθεί απευθείας στο νοσοκομείο Σερρών. Θέλει να τη βάλουν σε φορείο και να σταματούν σε κάθε χωριό που θα συναντήσουν μέχρι τις Σέρρες, ώστε να αποχαιρετήσει τους Έλληνες κατοίκους. Οι χωρικοί τη φορτώθηκαν και κίνησαν. Έτσι, το αίμα της κυριολεκτικά βάφει σταγόνα-σταγόνα τη μακεδονική γη σε αυτήν την πορεία. Οι άνθρωποι βγαίνουν τρομαγμένοι από τα σπίτια τους να δουν τι συμβαίνει. Το παράδειγμα της μαρτυρικής εκπαιδευτικού συγκλονίζει και εμπνέει. Από το στόμα της ηρωίδας δασκάλας ακούνε την τελευταία «διδασκαλία» της: με όση δύναμη της έχει μείνει, λέει πως αισθάνεται ευτυχισμένη που προσφέρει το αίμα της για την πατρίδα και τους καλεί όλους να συνεχίσουν τον αγώνα.
Κι αυτό, το τελευταίο μάθημα της δασκάλας, είναι ένα μάθημα διαφορετικό, αλλά πειστικό, ζωντανό και ουσιαστικό. Ποτισμένο με το αίμα της θυσίας της.
Στις Σέρρες τα πλήθη συρρέουν στο νοσοκομείο και με ευλάβεια ασπάζονται τα χέρια της, που σιγά-σιγά αρχίζουν να παγώνουν καθώς αργοσβήνει. Τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης. Οι προσπάθειες των γιατρών δεν μπορούν να αποτρέψουν το μοιραίο. Εκεί, η ηρωίδα παθαίνει εμβολή και αφήνει την τελευταία της πνοή. Η Θεσσαλονίκη την κηδεύει με πάνδημη συμμετοχή, ντύνοντας το φέρετρό της με την ελληνική σημαία, που τόσο αγάπησε και τίμησε. Είναι μέσα Ιανουαρίου του 1907. Η ελευθερία δε θα αργήσει πολύ να αξιώσει τη θυσία της. Σε λίγο καιρό, η Μακεδονία θα είναι και πάλι ελληνική!