Οι Τούρκοι πλησιάζουν στη Σμύρνη. Οι Έλληνες βγαίνουν στους δρόμους.

Ψάχνουν να βρουν τρόπο, για να φύγουν, να σωθούν. Ο μητροπολίτης Σμύρνης, Χρυσόστομος, είναι από τους πρώτους στόχους των Τούρκων. Αυτός είναι ο ηγέτης, η ψυχή των Ελλήνων της Μικράς Ασίας. Αυτό το είχε δείξει με την έντονη δράση του και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και στους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το 1920 μέχρι το 1922. Ο Γάλλος πρόξενος επισκέπτεται τον μητροπολίτη στο γραφείο του. Του προτείνει να πάει στο γαλλικό Προξενείο και από εκεί να φύγει με πλοίο για την Ελλάδα. Του προτείνει να φύγει, γιατί τον χρειαζόταν το έθνος. Τον προειδοποιεί πως, αν μείνει στη Σμύρνη, θα έχει άσχημο τέλος. Οι περισσότεροι από τους αξιωματούχους της Σμύρνης είχαν φύγει. Ο Χρυσόστομος αρνείται ευγενικά και λέει ότι ο καλός ποιμένας οφείλει να μείνει κοντά στο ποίμνιό του που υποφέρει. Θέλει να το προστατεύσει, να το βοηθήσει να διαφύγει, να το βοηθήσει να σωθεί. Και, αν χρειαστεί, να μαρτυρήσει μαζί του.

Σε λίγο οι Τούρκοι έρχονται και τον συλλαμβάνουν. Ο Νουρεντίν πασάς τον κατηγορεί για εσχάτη προδοσία και τον παραδίδει στον άτακτο τουρκικό όχλο. Τον αρπάζουν και τον οδηγούν μπροστά στο κουρείο του Ισμαήλ. Τον ντύνουν με μία άσπρη μπλούζα, που πήραν από τον κουρέα, και αρχίζουν να τον χτυπούν με γροθιές και με ξύλα και να τον φτύνουν στο πρόσωπο. Του ξεσχίζουν τα ράσα, του καρφώνουν πέταλα στις πατούσες, του καρφώνουν σαμάρι στην πλάτη, του περνούν σχοινί και τον σέρνουν στους δρόμους της Σμύρνης. Τον δέρνουν, τον μαστιγώνουν, του ξεριζώνουν τα γένια, του κόβουν τη μύτη και τα αυτιά, του βγάζουν τα μάτια. Τον μαχαιρώνουν και κόβουν κομμάτια σάρκας. Και αφού δεν μπορούν να κάνουν πλέον κάτι άλλο, τον κρεμούν.

Το τέλος της Σμύρνης που ακολουθεί, γράφεται με το αίμα του ποιμενάρχη της.

Η Εκκλησία μας για τη ζωή του, αλλά και το μαρτύριό του, τον κατέταξε στους αγίους της.