«Τοῦ Δείπνου σου τοῦ Μυστικοῦ… κοινωνόν με παράλαβε».

Θα έρθω αύριο, Κύριέ μου, στον Μυστικό Σου Δείπνο. Θα κατευθύνω με λαχτάρα τα βήματά μου στον ναό σου. Εκεί που προσφέρεις τον άρτο του Σώματός σου και προτείνεις τον ιερό κρατήρα, τον γεμάτο με το πορφυρό σου Αίμα. Δε θα έρθω μονάχα, για να σταθώ. Θα προχωρήσω, για να Σε δεχτώ μέσα μου. Θα Σε δεχτώ στην καρδιά μου.

Τα βήματά μου προς την Τράπεζα του Μυστηρίου δεν τα κάνω με θάρρος. Με συγκρατεί η αίσθηση της μικρότητάς μου κι ο χτύπος του φόβου της καρδιά μου. Όμως, έρχομαι. Γιατί θέλω να είμαι πιστός στην επιθυμία Σου και στην εντολή Σου.

Έρχομαι, για να κοινωνήσω, Κύριέ μου. Το κάθε τι στη Λειτουργία μας, το αισθάνομαι σαν μια πρόσκληση. Και, μάλιστα, έντονη και επιτακτική. Έτσι όπως είναι η Λειτουργία μας διαμορφωμένη, έτσι όπως την έζησαν οι γενιές των πιστών σου, αποτελεί μια πρόσκληση και μια προετοιμασία για το μεγάλο γεγονός, που λέγεται Κοινωνία. Η κάθε στιγμή στη Λειτουργία και η κάθε προσευχή μάς φέρνουν πιο κοντά στη Μυστική σου Τράπεζα, για να πάρουμε τον ατίμητο θησαυρό, το άγιο Σώμα Σου και το τίμιο Αίμα Σου.

Λίγο πριν από το μεγάλο γεγονός του καθαγιασμού, ο ιερεύς μας παίρνει στα χείλη του την πρόσκλησή Σου: «Λάβετε, φάγετε, τοῦτό μού ἐστι τὸ Σῶμα… Πίετε ἐξ αὐτοῦ πάντες, τοῦτό ἐστι τὸ Αἷμά μου, τὸ τῆς καινῆς Διαθήκης, τὸ ὑπὲρ υμῶν καὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Και, μετά, προσεύχεται κι εκείνος, κι όλοι μας ενώνουμε τις προσευχές μας μαζί του: «Καὶ ποίησον τὸν μὲν ἄρτον τοῦτον, τίμιον Σῶμα τοῦ Χριστοῦ σου. Τὸ δὲ ἐν τῷ ποτηρίῳ τούτῳ, τίμιον Αἷμα τοῦ Χριστοῦ σου. Ὥστε γενέσθαι τοῖς μεταλαμβάνουσιν εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς συγχώρησιν πλημμελημάτων…».

Ιερή στιγμή και μεγάλη. Το πιο καταπληκτικό θαύμα γίνεται στη γη μας. Τα υλικά στοιχεία, ο άρτος και ο οίνος, μεταβάλλονται και γίνονται το άχραντο Σώμα σου και το τίμιο Αίμα σου. Κι εμείς, οι πιστοί, προχωρούμε, συνεχώς προχωρούμε, για να τα πάρουμε μέσα μας.

Σχεδόν όλες οι προσευχές μας μετά τον καθαγιασμό έχουν για θέμα την κοινωνία. Οι καρδιές μας σκιρτούν και λαχταρούν και Σε ικετεύουν να ευαρεστηθείς να μπεις μέσα σ’ αυτές, για να κατοικήσεις.

Κι όταν ο λειτουργός Σου βγαίνει και μας καλεί: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καί ἀγάπης προσέλθετε», τότε, με συστολή αλλά και με πόθο, τολμούμε και παίρνουμε από το χέρι του τον θείο Μαργαρίτη. «Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ εἰς ζωὴν αἰώνιον».

Πόσο λάθος κάνουμε, Χριστέ μου, που παραμελούμε το πιο ιερό έργο, την κοινωνία του Σώματός σου και του Αίματός σου! Νομίζουμε πως είναι δυνατόν να συμμετέχουμε στη Λειτουργία, χωρίς και να κοινωνούμε. Αυτό, όμως, είναι μια άρνηση στη ζωή που μας δίνεις. Μια περιφρόνηση στην πρόσκλησή Σου και στη μεγάλη τιμή που μας κάνεις.

Δώσε μας τον φωτισμό και την αγνότητα της καρδιάς, για να ξαναβρούμε τη θέση μας στον Μυστικό σου Δείπνο, για να αρχίσουμε και πάλι να ζούμε πραγματικά και στην πληρότητά του το μεγάλο αυτό Μυστήριο. Να μην είμαστε θεατές, αλλά συνδαιτημόνες στην Τράπεζά σου.

Αύριο, Κύριέ μου, θα κοινωνήσω. Όχι επειδή είμαι άξιος. «Ἀλλ’ ἐπειδὴ βούλει σύ, ὡς φιλάνθρωπος, οἰκεῖν ἐν ἐμοί, θαῤῥῶν προσέρχομαι…».

Από το βιβλίο «Στοχασμοί του Σαββάτου»