Ώρα 14:15 το μεσημέρι. Μόλις τελείωσε το σχολείο και ξεκίνησα να επιστρέφω σπίτι. Δύσκολη μέρα κι αυτή. Μία το διαγώνισμα στα αρχαία που δεν πήγα καλά, μία οι σκοτούρες μου για τις οικονομικές δυσκολίες που περνάμε στο σπίτι, μία οι καβγάδες των γονιών μου, δεν μπορούσα να ηρεμήσω.

Συνήθως αυτή η ώρα που γυρίζω από το σχολείο, είναι μια ώρα στην οποία μπορώ να χαλαρώνω και να σκέφτομαι ανέμελα. Η σημερινή μέρα όμως ήταν διαφορετική. Όλες αυτές οι έγνοιες με εμπόδιζαν να ηρεμήσω. Ήθελα με κάποιον τρόπο να απαλλαγώ από τη στεναχώρια μου. Όπως, λοιπόν, περπατούσα, μου ήρθε μια ιδέα. Είπα, έτσι όπως είμαι, να κάνω μια σύντομη προσευχή. Ξεκίνησα με το «Βασιλεῦ Οὐράνιε» και μετά είπα και το «Πάτερ ἡμῶν». Και τότε μου ήρθε η διάθεση να μιλήσω ελεύθερα στον Θεό γι’ αυτά ακριβώς που με πονούσαν, που με απασχολούσαν. Ξεκίνησα, λοιπόν, να το κάνω. Στην αρχή αισθανόμουν περίεργα. «Λες κι ο Θεός δεν ξέρει τι περνάω…», σκεφτόμουν. Αλλά συνέχισα. Έπειτα, θυμήθηκα και τον στόχο που βάλαμε στο προηγούμενο μάθημα στο Κατηχητικό: «Μες στην εβδομάδα να προσπαθήσουμε να προσευχόμαστε ο ένας για τον άλλο». Είχα τον χρόνο και το έκανα. Προσευχήθηκα για όλους τους φίλους μου. «Αλλά μόνο γι’ αυτούς;», σκέφτηκα μετά. «Δε θα πω κάτι στον Χριστό και για την οικογένειά μου, τους συγγενείς μου, αλλά και για κάποιους ανθρώπους που ξέρω ότι περνούν δυσκολίες;». Ξεκίνησα, λοιπόν, να προσεύχομαι και γι’ αυτούς. Έτσι, όσο περνούσε η ώρα, άρχισε να συμβαίνει κάτι πρωτόγνωρο!

Από εκεί που ήμουν χάλια, ξαφνικά συνειδητοποίησα ότι τα προβλήματά μου δεν ήταν τίποτα μπροστά στις δυσκολίες των άλλων, για τους οποίους προσευχόμουν.

Ηρέμησα, αφέθηκα και παρατήρησα πως η ψυχή μου είχε γαληνέψει. Το μυαλό μου είχε καθαρίσει και αισθανόμουν σιγουριά και ελπίδα…
Ώρα 14:35. Βρισκόμουν ένα λεπτό μακριά από το σπίτι μου και πλέον ένιωθα χαρούμενος, αισιόδοξος! Αυτό που ζούσα τώρα ήταν μια μάχη με τον χρόνο. «Κάνε, Θεέ μου, να προλάβω πριν φτάσω σπίτι, να Σου έχω μιλήσει για όλους, να τους βοηθήσεις», έλεγα. Ούτε στεναχώριες, ούτε τίποτα. Μόνο ονόματα ερχόντουσαν στο μυαλό μου. Άνθρωποι που μπορεί να χρειάζονταν την προσευχή μου. Και δεν μπορούσα να μην το κάνω. Προσευχόμουν…

Ώρα 14:50. Γεμάτος χαρά άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου και είδα τη μητέρα μου ανήσυχη να με υποδέχεται, επειδή είχα καθυστερήσει. Με ρωτούσε γιατί άργησα, τι μου συνέβη. Αλλά τι να της πω, τι να της εξηγήσω; Της χαμογέλασα και της είπα: «Όλα καλά, μαμά, δεν έγινε κάτι. Απλά ήθελα λίγο να περπατήσω», και καθίσαμε μαζί να φάμε μεσημεριανό.