«Γνωρίζω ότι όλοι είμαστε κατηγορούμενοι και ότι κανένας δεν μπορεί να καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά. Αλλά το φοβερό δεν είναι αυτό, το ότι δεν έχουμε καθαρή καρδιά, αλλά το ότι, ενώ δεν έχουμε καθαρή καρδιά, δεν προσερχόμαστε σ’ Αυτόν που μπορεί να την εξαγνίσει. Και φυσικά μπορεί αν θέλει, ή καλύτερα θέλει περισσότερο από μας να είμαστε καθαροί, αλλά περιμένει να Του δώσουμε εμείς την αφορμή, για να μας βραβεύσει».

«Είμαι, λες, αμαρτωλός και δεν μπορώ να μπω στην Εκκλησία. Επειδή είσαι αμαρτωλός, γι’ αυτό έμπα. Δεν ξέρεις ότι και εκείνοι που υπηρετούν την Αγία Τράπεζα είναι αμαρτωλοί; Γιατί έχουν κι αυτοί σάρκα και κυκλοφορεί αίμα στις φλέβες τους… Κι εμείς οι ίδιοι που κατέχουμε το ιερατικό αξίωμα και διδάσκουμε, είμαστε ζυμωμένοι με την αμαρτία. Αλλά δεν παύουμε να ελπίζουμε στη φιλανθρωπία του Θεού…».

«Πες μου, ποιος άνθρωπος είναι αναμάρτητος; Αλλά γι’ αυτό προσφέρουμε τη θυσία της Θείας Ευχαριστίας και ερχόμαστε στην Εκκλησία, γι’ αυτό υπάρχουν οι προσευχές και οι νηστείες, γιατί είναι πολλά τα τραύματα της ψυχής.

Γι’ αυτό βρέθηκαν και τα φάρμακα και για κάθε πληγή της ψυχής παρασκευάστηκε και το κατάλληλο φάρμακο.

Έχεις Εκκλησία που προσφέρει θυσίες, προσευχές Πατέρων, τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος, τις εορτές των μαρτύρων, τις συνάξεις προς τιμήν των αγίων, και πολλά άλλα παρόμοια, που μπορούν να σε επαναφέρουν από την αμαρτία στην αρετή».

«Αν δεν αμάρταναν οι δάσκαλοι και οι ιερείς και δεν είχαν κλίση προς τα ανθρώπινα πάθη, θα ήταν απάνθρωποι και σκληροί απέναντι των άλλων. Γι’ αυτό ο Θεός επέτρεψε να υποδουλώνονται σε πάθη και οι ιερείς και οι άρχοντες, ώστε, συναισθανόμενοι τα δικά τους σφάλματα, να είναι συγχωρητικοί και στους άλλους».

 

(Λόγια του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου)