Μικρό παιδί ήμουν και φοβόμουν το σκοτάδι και δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Ο φόβος με παρέλυε.

Τότε φώναζα τον πατέρα μου να έρθει να διώξει το «φάντασμα» που με περίμενε στον διάδρομο έξω από το δωμάτιό μου. Αλλά και αργότερα, καθώς μεγάλωνα, φοβόμουν να περάσω τον δρόμο μόνος μου και έπιανα σφιχτά το χέρι του και πάλι, για να νιώσω ασφάλεια.

Φόβος και την πρώτη φορά που πήγα στο σχολείο, φόβος πριν δώσω εξετάσεις. Φόβος για το μέλλον μου. Φόβος μην αρρωστήσω και χάσω όσα με κόπο απέκτησα. Φόβος για τις τελευταίες στιγμές της ζωής μου. Φόβος…

Αναρωτήθηκα, αν ο φόβος είναι μια συνηθισμένη κατάσταση για όλους τους ανθρώπους ή απασχολεί μόνον εμένα. Ρώτησα τους καθηγητές μου και μου είπαν πως φοβούνται και αυτοί μη χάσουν τη δουλειά τους, αν θα προοδεύσουν τα παιδιά τους κλπ. Ρώτησα τους φίλους μου. Φοβούνται και αυτοί μήπως δεν είναι αποδεκτοί στην παρέα, μήπως κοπεί το χαρτζιλίκι από τους γονείς λόγω της κρίσης, μήπως δεν σπουδάσουν, μήπως… Ρώτησα και τον κατηχητή μου το απόγευμα που πήγα στην αίθουσα. Και ξαφνιάστηκα από την απάντησή του!

  • Όχι, δεν φοβάμαι.
  • Μα πώς γίνεται αυτό; ρώτησα παραξενεμένος.
  • Αφού έχουμε τον Θεό μαζί μας, ποιον να φοβηθούμε;

Δεν ήταν τόσο οι λέξεις που άκουσα, αφού τις είχα ξανακούσει, αλλά ο τρόπος που το είπε! Το έλεγε με μια βεβαιότητα, που δεν μου άφηνε περιθώρια αμφισβήτησης. Η αλήθεια είναι, ότι ποτέ δεν τον είχα ακούσει να φοβάται για κάτι ή για το τι θα συμβεί και πώς θα αντιμετωπίσει κάθε κατάσταση. Έμενε ήρεμος, και πάντα προσπαθούσε να βρει μια λύση σε δυσκολία. Δεν μπόρεσα να κρατηθώ όμως και τον ξαναρώτησα:

  • Και πώς διώχνετε τον φόβο από μέσα σας;

Τότε, άρχισε να μου θυμίζει γεγονότα και πρόσωπα, στα οποία δεν είχα δώσει και τόση σημασία.

«Ο ίδιος ο Χριστός, λίγο πριν τα Πάθη Του, μιλώντας στους Μαθητές Του, τους είπε: “μὴ ταρασσέσθω ὑμῶν ἡ καρδία μηδὲ δειλιάτω” (Ιωάν. ιδ’ 27). (Ας μην ταράσσεται η καρδιά σας ούτε να δειλιάζει). Ήξερε όσα επρόκειτο να συμβούν και προσπάθησε να τους στηρίξει. Από τους Μαθητές όμως, μόνον ένας κατάφερε να κάνει πράξη τα λόγια του Χριστού. Ήταν ο Ιωάννης, ο μαθητής της αγάπης, που έμεινε μαζί Του μέχρι το τέλος. Και τα κατάφερε, γιατί αγαπούσε πολύ τον Χριστό. Γι’ αυτό και αργότερα, σε μια επιστολή του προς τους χριστιανούς, θα γράψει ο ίδιος: “φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον” (Α’ Ιωάν. δ’ 18). (Φόβος δεν υπάρχει στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη έξω διώχνει τον φόβο).

Όποιος αγαπάει, δεν φοβάται.

Δεν κάνει ψυχρούς υπολογισμούς με το μυαλό του. Αλλά τρέχει να κάνει αυτό που του λέει η καρδιά του, που ζει μέσα στην αγάπη.

Το ίδιο έκαναν και ο άγιος Ιωσήφ με τον άγιο Νικόδημο. Ήταν τέτοια η αγάπη τους για τον Χριστό, που δεν φοβήθηκαν τις αντιδράσεις και τις τυχόν επιπτώσεις για τη ζωή τους, και πήγαν και ζήτησαν το Σώμα του Χριστού για να το κηδέψουν.

Το ίδιο έκαναν και κάποιες γυναίκες, οι Μυροφόρες, εκείνο το πρωινό. Δεν φοβήθηκαν τους στρατιώτες που θα αντίκρυζαν, δεν φοβήθηκαν τα αντίποινα. Δεν λογάριασαν την ώρα που ξύπνησαν για να πάνε να μυρώσουν τον Χριστό. Η αγάπη τους, τις παρακινούσε και τις οδηγούσε. Και το αποτέλεσμα; Ο Θεός έκανε στην άκρη όλα τα εμπόδια και εκείνες έγιναν οι πρώτοι μάρτυρες της Ανάστασης.

Το ίδιο έκαναν και όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μέχρι και σήμερα. Με σημαία την αγάπη, διώξανε τον φόβο των δημίων, των μαρτυρίων, του θανάτου. Για τον αγωνιστή χριστιανό, δεν υπάρχει η λέξη «φόβος». Έχει τον Παντοδύναμο, τον Αναστημένο Χριστό μαζί του κάθε στιγμή. Τι να φοβηθεί; Είναι στο στρατόπεδο του Νικητή. Αυτό δεν τραγουδάμε άλλωστε;

Όταν είσαι στο πλευρό μου,

από τη δόξα Σου μεθώ.

Ούτε και τον εαυτό μου

δεν έχω πια να φοβηθώ».

Δεν είχα ανάγκη από κάτι άλλο εκείνη τη στιγμή. Δεν σκεφτόμουν ούτε τι παιχνίδι θα παίξω στην αίθουσα, ούτε αν θα κεράσει ο κατηχητής μας που γιόρταζε. Η μόνη μου σκέψη ήταν να γίνω κι εγώ σαν τον Ιωάννη, σαν τον Ιωσήφ και τον Νικόδημο, σαν τις Μυροφόρες.

Να αγαπήσω τον Χριστό, όσο περισσότερο μπορώ!