Ένας σοφός, που σε όλη του τη ζωή μελετούσε τα φυτά, βρισκόταν στις τελευταίες του μέρες.

Η γυναίκα του και τα παιδιά του γύρω του έκλαιγαν. Τότε εκείνος, για να τους παρηγορήσει, παρακάλεσε να τον κατεβάσουν στον κήπο του σπιτιού, που ήταν γεμάτος λουλούδια.
Εκεί κάπου βρισκόταν και μια γυμνή τριανταφυλλιά. Ήταν φθινόπωρο και δεν είχε τριαντάφυλλα επάνω της.
Τους τη δείχνει, λοιπόν και τους λέει:
– Βλέπετε αυτή την τριανταφυλλιά, που μοιάζει νεκρή; Έτσι θα είμαι κι εγώ σε λίγο.

Μην κλαίτε όμως γι’ αυτό. Όπως θα ‘ρθει η άνοιξη και η τριανταφυλλιά πάλι θα ζωντανέψει, έτσι κι εγώ.

Το σώμα μου, που θα το μαράνει ο θάνατος, θα αναστηθεί και πάλι, αφού η ψυχή δεν πεθαίνει και ζει αιώνια. Αυτό μας το είπε ο Χριστός, το στόμα της αλήθειας: «έρχεται ώρα που οι νεκροί θα αναστηθούν».