Λέγεται ότι ένα μεσημέρι ενός πολύ ζεστού καλοκαιριού, μια γυναίκα, ενώ βάδιζε, ήταν έτοιμη να λιποθυμήσει από τη δίψα.
Εκεί που προχωρούσε, να ένα αμπέλι με κατάδροσα σταφύλια, αλλά περιφραγμένο. Στέκεται, βλέπει απ’ έξω και λαχταρά τα σταφύλια σκεπτόμενη ότι, έστω και ένα τσαμπί αν είχε, θα ξεδιψούσε και θα προχωρούσε.
Εκεί, όμως, που σκέπτεται αυτά, τη διακόπτει και τη φοβερίζει ταυτόχρονα μια βαριά ανδρική φωνή.
– Ε , τι κάνεις εδώ, τι κοιτάζεις;
Καθώς στράφηκε αυτή, κάπως φοβισμένη, βλέπει έναν κύριο και με κάπως τρεμουλιαστή φωνή τού λέει:
– Ε, να κοιτάζω…
– Καλά, τι κοιτάζεις;
-Να, τα… σταφύλια…
-Τι, ήθελες κανένα;
– Χμ…
– Πες μου, θέλεις; Εάν θέλεις, να σου δώσω, είναι δικά μου…
– Εάν θέλετε και μάλιστα τώρα που είμαι τόσο διψασμένη!
– Καλά, λοιπόν. Περίμενε…
Άνοιξε ο κύριος την πόρτα και αυτή μπήκε και προχώρησε στο βάθος του αμπελιού.
Περίμενε αυτή στην αρχή, αλλά μετά άρχισε να ανησυχεί -και μάλιστα όσο έβλεπε ότι εκείνος αργούσε- ώσπου τέλος έχασε την υπομονή της και έφυγε διψασμένη και στεναχωρημένη που την ξεγέλασε και μάλιστα μέσα στο καταμεσήμερο…
Αφού πλέον αυτή απομακρύνθηκε πολύ στο βάθος του δρόμου, βγήκε ο κύριος και παραδόξως δεν τη βρήκε. Κοιτάζει απ’ εδώ, κοιτάζει απ’ εκεί, τέλος τη διακρίνει στο βάθος του δρόμου, πολύ μακριά, που προχωρεί. Τότε φροντίζει με γοερές κραυγές και με κινήσεις των χεριών του να την ειδοποιήσει, ώστε να γυρίσει πίσω. Πράγματι, λοιπόν, έπειτα από πολύ κόπο άκουσε και από τα διάφορα νεύματα κατάλαβε ότι είναι ο κύριος του αμπελώνα και την καλεί να επιστρέψει. Επέστρεψε, λοιπόν, σιγά-σιγά και κάπως ντροπιασμένη. Και τότε της λέει ο κύριος:
– Καλά δε μου λες, γιατί έφυγες; Δε σου είπα ότι θα σου δώσω σταφύλια;
– Ναι, μου είπατε, απαντά, αλλά είδα ότι αργήσατε και είπα ότι δεν πρόκειται τελικά να μου δώσετε και έφυγα.
– Πράγματι άργησα, λέει ο κύριος, και να με συγχωρήσεις γι’ αυτό, αλλά κοίταζα να σου τα διαλέξω και να βρω λίγα καλά ακόμη να σου τα βάλω σ’ ένα κοφινάκι, για να έχεις και για τον δρόμο σου, γιατί βλέπεις έχει πολλή ζέστη σήμερα και, όπως μου είπες, έχεις πολύ δρόμο ακόμη.
Δεν είναι λίγες οι φορές που κι εμείς βιαζόμαστε και θέλουμε εδώ και τώρα άμεσα αποτελέσματα. Ο Θεός, όμως, δε βιάζεται. Και θα μας δώσει αυτό που Του ζητάμε, εφόσον είναι για το καλό μας, την κατάλληλη στιγμή. Και όχι όταν εμείς το θέλουμε. Και μέσω αυτής της αναμονής, πολλά είναι τα οφέλη. Με αυτόν τον τρόπο, πρώτα απ’ όλα, πλησιάζουμε ολοένα και περισσότερο τον Θεό. Όταν επιμένουμε στην προσευχή, η σχέση μας μαζί Του ζεσταίνεται, η παρουσία της προσευχής στη ζωή μας, ακόμα και αν τα αιτήματά μας δε γίνονται δεκτά, γλυκαίνει την καρδιά μας. Με την καθυστέρηση της πραγματοποίησης των αιτημάτων μας, μαθαίνουμε να εμπιστευόμαστε τον Θεό, κάτι πολύ χρήσιμο για τη ζωή μας. Επίσης, μαθαίνουμε με αυτόν τον τρόπο και την υπομονή και την επιμονή.
Αἰτεῖτε, καὶ δοθήσεται ὑμῖν, ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε, κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν· (Ματθ. ζ’ 7).
Και αν παρατηρήσετε, μας το είπε αυτό σε χρόνο ενεστώτα. Δηλαδή, μας είπε ο Χριστός να Του ζητάμε συνέχεια, κάθε στιγμή, για ό,τι μας απασχολεί και νιώθουμε πως χρειαζόμαστε. Και κάποια στιγμή, όταν θα έρθει η κατάλληλη ώρα, θα μας δοθεί.