Η Κυριακή του Παραλύτου, τρίτη Κυριακή μετά την Κυριακή του Πάσχα, ονομάζεται έτσι επειδή είναι αφιερωμένη στο θαύμα της θεραπείας ενός παραλύτου.

Στα Ιεροσόλυμα υπήρχε μια δεξαμενή, η προβατική κολυμβήθρα, που ονομαζόταν Βηθεσδά (η ονομασία «προβατική κολυμβήθρα» επικράτησε από την προβατική πύλη, από την οποία περνούσαν και πλένονταν τα πρόβατα που προορίζονταν για θυσία). Εκεί βρισκόταν μεγάλο πλήθος αρρώστων, τυφλών, ανάπηρων, λεπρών, οι οποίοι περίμεναν ένα αξιοθαύμαστο γεγονός που συνέβαινε κατά καιρούς. Ένας Άγγελος κατέβαινε και ταρακουνούσε τα νερά της και ο πρώτος άνθρωπος που θα έμπαινε μέσα σε αυτήν, θεραπευόταν οποιαδήποτε κι αν ήταν η αρρώστια που τον ταλαιπωρούσε.

Ένας άνθρωπος, που εδώ και τριανταοκτώ χρόνια ήταν παράλυτος, περίμενε κι αυτός την αναταραχή των υδάτων μήπως μπορέσει να μετακινηθεί προς το νερό για να λυτρωθεί από τη μακροχρόνια ασθένειά του. Κάποιο Σάββατο βρέθηκε εκεί ο Ιησούς. Τον ρώτησε, λοιπόν, αν θέλει να γίνει υγιής και πήρε την εξής απάντηση: ”Κύριε δέν ἔχω κάποιον νά μέ βάλη στήν κολυμβήθρα, ὅταν ταραχθῆ τό νερό. Κι ἐνῶ πηγαίνω ἐγώ, κατεβαίνει ἄλλος πρίν ἀπό μένα”. Τότε ο Χριστός τον πρόσταξε να σηκωθεί, να πάρει το κρεβάτι του και να περπατήσει. Αμέσως έγινε υγιής και έκανε όπως του είπε ο Κύριος. Εν τω μεταξύ ο Χριστός απομακρύνθηκε αθόρυβα από τον κόσμο που βρισκόταν εκεί.

Ωστόσο, οι Ιουδαίοι, που ακολουθούσαν το γράμμα του Νόμου και τους τύπους, ρώτησαν επικριτικά τον θεραπευμένο για ποιον λόγο σηκώνει το κρεβάτι του την ημέρα του Σαββάτου, διότι το Σάββατο ήταν ημέρα λατρείας προς τον Θεό και δεν επιτρεπόταν οποιαδήποτε άλλη ασχολία ή εργασία. Ο πρώην παραλυτικός, ο οποίος δεν έβρισκε τον Ιησού καθώς είχε φύγει από το πλήθος του κόσμου, τους απάντησε πως Εκείνος που τον γιάτρεψε και τον λύτρωσε, τον προέτρεψε να σηκώσει το κρεβάτι του.

Ύστερα από λίγη ώρα τον συνάντησε ξανά ο Ιησούς στο ιερό και του είπε πως τώρα που έγινε υγιής, πρέπει να προσέχει να μην αμαρτάνει πια, για να μην πάθει χειρότερη συμφορά και μαζί με τη σωματική του υγεία χάσει και την ψυχή του. Τότε εκείνος πήγε στους Ιουδαίους και τους ανήγγειλε πως ο Ιησούς ήταν ο Σωτήρας του που τον γιάτρεψε από την ασθένειά του.

Πόση υπομονή είχε αυτός ο άνθρωπος, που τριάντα οκτώ ολόκληρα χρόνια περίμενε τη στιγμή που θα γιατρευόταν! Και αυτή η υπομονή επιβραβεύτηκε από τον ίδιο τον Κύριο που τον θεράπευσε.

Είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι φοβόμαστε τη δοκιμασία, τη θλίψη, τον πόνο, γιατί μας θυμίζουν αρρώστιες και θάνατο. Κι όταν έρθουν, κοιτάμε είτε να αποφύγουμε τις δυσκολίες, είτε να περάσουν όσο γρηγορότερα γίνεται.

Κι όμως, κρύβουν ένα καλό οι δυσκολίες, που μόνον οι πιστοί άνθρωποι, εκείνοι που έχουν αληθινή σχέση με τον Θεό αντιλαμβάνονται.

Γράφει ο Απ. Παύλος στους χριστιανούς της Ρώμης: «ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει» (Ρωμ. ε΄ 3-5), δηλαδή «οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομο­νή στον δοκιμασμένο χαρακτήρα, ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει».

Πρόκειται για μία εντελώς διαφορετική στάση ζωής. Οι δοκιμασίες δεν είναι απορριπτέες, αλλά χρήσιμες, γιατί οδηγούν στην υπομονή και τελικά στην ελπίδα. Μας βοηθούν να αντιληφθούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, αλλά πεπερασμένοι, έχουμε όρια. Ότι ο Θεός είναι ο μόνος Παντοδύναμος, που επιτρέπει πολλές φορές να υποστούμε τις συνέπειες των αμαρτιών μας, για να σταματήσουμε την παράλογη εγωιστική πορεία μας που θα μας οδηγήσει στην καταστροφή. Κι έτσι να επιστρέψουμε κοντά Του, όπως ο μετανιωμένος άσωτος, να σταθούμε στα πόδια μας και να βρούμε την ελπίδα, δηλαδή την επίγνωση ότι τα πάντα είναι στον Θεό και Εκείνος θα βάλει τέλος στη δοκιμασία μας και θα μας στεφανώσει για την υπομονή και την εμπιστοσύνη που Του δείξαμε.