Την περίοδο 1904 – 1908 εκτυλίχθηκε στη Μακεδονία ένας σκληρός αγώνας μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων.

Οι Βούλγαροι προσπαθούσαν να κάνουν τους κατοίκους της Μακεδονίας να ασπαστούν τη δική τους Εκκλησία, τη Βουλγαρική Εξαρχία, και να καταφέρουν να γίνει η Μακεδονία ανεξάρτητο κράτος, ώστε αργότερα να την κάνουν δική τους, ενώ οι Έλληνες προσπαθούσαν να αποτρέψουν τα σχέδιά τους.

Πολλοί άνθρωποι έφτασαν από όλη την Ελλάδα στη Μακεδονία ως εθελοντές, για να πολεμήσουν για τη διατήρηση της ελληνικότητάς της, αγωνιζόμενοι κατά των ενόπλων βουλγαρικών σωμάτων. Ένας από τους πιο ένθερμους αγωνιστές της Μακεδονίας ήταν ο μητροπολίτης Δράμας (μετέπειτα μητροπολίτης Σμύρνης) Χρυσόστομος. Μνημείο του ένθερμου λόγου του αποτελεί μία από τις επιστολές του που μιλά για την ελληνικότητα της Μακεδονίας:

«Η κυρίως Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι χώρα καθαρώς ελληνική, που σημαίνει πως, για να γίνει βουλγαρική, απαιτείται τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά αφενός να στραγγαλισθεί η ιστορία και η εθνογραφία, αφετέρου να εξολοθρευθούν ούτε περισσότερα ή λιγότερα από τα 3/4 του λοιπού πληθυσμού της και να καταστραφούν όλα τα σχολεία και όλες οι εκκλησίες, ουδεμίας εξαιρουμένης, οι κεντρικές πόλεις της Μακεδονίας, που είναι αποκλειστικά ελληνικές, και στο τέλος να παραδοθούν στη φωτιά και τις φλόγες όλα τα μνημεία, αρχαία, βυζαντινά, νεότερα, μηδενός εξαιρουμένου, χωρίς να λυπηθεί κανείς ούτε αυτά που βρίσκονται στα έγκατα της γης, τα οποία η σκαπάνη των αρχαιολόγων πολυάριθμα κάθε ημέρα ανασύρει και τα οποία είναι όλα ελληνικά∙ και τότε, αλλά μόνον τότε, όταν σβηστούν όλα τα φώτα της ιστορίας και της στατιστικής, της γεωγραφίας και της επιστήμης, τότε, όταν η Μακεδονία καταστεί απ’ άκρου εις άκρον ένα μεγάλο κοιμητήριο νεκρών, μία αγρία έρημος, μία χώρα ερέβους χωρίς ιστορία, χωρίς παρελθόν, χωρίς παρόν, χωρίς μέλλον, θα γίνει και χώρα βουλγαρική.»

Χαρακτηριστικές και για την προσωπικότητά του οι επιγραφές στις μαρμάρινες πλάκες του αγάλματός του στη Δράμα, δανεισμένες από κάποια επιστολή του στον Πατριάρχη∙ η πρώτη:

«Ζητώ σταυρό, μεγάλο σταυρό, πάνω στον οποίο θα δοκιμάσω την ευχαρίστηση καθηλωμένος και μη έχοντας κάτι άλλο να προσφέρω για τη σωτηρία της λατρευτής μας πατρίδας, να δώσω το αίμα μου…»

Kαι από τη χειροτονία του σε επίσκοπο η δεύτερη: «Και η μίτρα την οποία τα άγια χέρια σου εναπόθεσαν πάνω στο κεφάλι μου, εάν έχει πεπρωμένο να χάσει τη λάμψη των στολιδιών της, θα μεταβληθεί σε ακάνθινο στεφάνι μάρτυρα ιεράρχη…».