Στις μέρες μας πολλά λέγονται για την προσφορά του κλήρου (των ιερέων δηλαδή) κατά τη διάρκεια της Κατοχής.
Υποστηρίζουν κάποιοι ότι ιερείς συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, πρόδωσαν ή σιώπησαν. Φυσικά, ίσως υπήρξαν και τέτοια περιστατικά. Όμως, δεν μπορούμε να παραβλέπουμε τον κανόνα για την εξαίρεση.
Κοντά στη μέριμνα της Εκκλησίας για τον αγιασμό και τη σωτηρία του ανθρώπου, βρίσκεται και η φροντίδα για την πατρίδα αλλά και για τον πονεμένο και τον αδύνατο. Και στην περίπτωση της Κατοχής, δε θα μπορούσε να συμβεί κάτι διαφορετικό. Αναρίθμητα τα παραδείγματα ιερέων που βοήθησαν όχι μόνο τους Έλληνες αλλά και τους Εβραίους να σωθούν από τα χέρια των κατακτητών. Τρανό παράδειγμα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Δαμασκηνός που ήταν διατεθειμένος να απαγχονιστεί παρά να καταδώσει τους Εβραίους.
Ένα άλλο, λιγότερο γνωστό, παράδειγμα είναι αυτό του Μητροπολίτη Ζακύνθου, Χρυσόστομου. Στα τέλη Δεκεμβρίου 1943 ο δήμαρχος της Ζακύνθου Λουκάς Καρρέρ, έλαβε από τους Γερμανούς την εντολή να παραδώσει κατάλογο των Εβραίων της Ζακύνθου. Ακολούθησε συνάντηση του Γερμανού στρατιωτικού διοικητή με τον Χρυσόστομο και τον Καρρέρ, οι οποίοι ισχυρίστηκαν ότι οι περισσότεροι Εβραίοι είχαν ήδη φύγει από το νησί λόγω του πολέμου και των βομβαρδισμών. Ο Γερμανός διοικητής Lütt διέταξε τη λήψη άμεσων μέτρων καθημερινού ελέγχου των Εβραίων και απαίτησε να του παραδοθεί αμέσως ο κατάλογός τους. Τότε, ο Χρυσόστομος του παρέδωσε έγγραφο που περιλάμβανε μόνο τα παρακάτω ονόματα:
Μητροπολίτης Ζακύνθου Χρυσόστομος
Λουκάς Καρρέρ
Και συνέχισε ο Μητροπολίτης.
«Είμαι εις τας διαταγάς σας, μπορείτε να με συλλάβετε», του λέει.
«Κι αν αυτό δε σας ικανοποιεί, τότε κοντά εις τας αθώας οικογενείας των Εβραίων θα είμαι εγώ και σας δηλώνω ότι θα τας ακολουθήσω στη δραματική των πορεία και μαζί με αυτάς θα εισέλθω εις τους θαλάμους των αερίων και τα κρεματόρια».