Ένας εξερευνητής είχε απελευθερώσει ένα σκλαβάκι δώδεκα ετών. Το φρόντισε με πολλή στοργή, του έμαθε να γράφει και να διαβάζει. Tο παιδί αισθανόταν απέραντη αφοσίωση στον μεγάλο του φίλο.

Ώσπου ήρθε η εποχή για μια επικίνδυνη και μακρινή εκστρατεία.

Ο εξερευνητής δεν ήθελε να αναγκάσει το παιδί να τον ακολουθήσει, το φώναξε όμως και με ειλικρίνεια του εξέθεσε όλα τα ενδεχόμενα της περιπέτειας: «Μικρέ μου φίλε, πρόκειται να αναχωρήσω για τη χώρα με τις μεγάλες λίμνες. Το ταξίδι θα είναι σκληρό. Μακρινές περιπλανήσεις, βαριά φορτία, έλλειψη νερού και τροφών, δηλητηριώδη βέλη θα σφυρίζουν πλάι στα αυτιά μας, χίλιοι δυο κίνδυνοι μέσα στο δάσος. Μπορείς να μείνεις εδώ ή να με ακολουθήσεις. Αν όμως έρθεις, θα υποφέρουμε μαζί: όταν το νερό ή οι τροφές θα μας λείπουν, μαζί θα υποφέρω κι εγώ από την πείνα και τη δίψα. Η δουλειά σου θα είναι πάντα ελαφρύτερη από τη δική μου. Στο χέρι σου είναι να αποφασίσεις».

Τότε ο μικρός, βυθίζοντας το καθαρό του βλέμμα στα μάτια του μεγάλου του φίλου, απάντησε με αυτές τις απλές λέξεις:

– Μαζί σου, αρχηγέ μου!

Κι έφυγαν για τη μεγάλη περιπέτεια. Βάδιζαν σε ατελείωτες εξαντλητικές εκτάσεις. Η δίψα τούς βασάνιζε αφόρητα. Τα πόδια του παιδιού είχαν ματώσει, μα δεν το ένιωθε. Η καρδιά του φλογιζόταν σαν έβλεπε τον αρχηγό τραυματισμένο και με πυρετό να βαδίζει ο ίδιος επικεφαλής της αποστολής.

Ύστερα έφτασαν βαριές οι ώρες των φοβερών κινδύνων κι ο ένας ύστερα από τον άλλο οι αχθοφόροι λιποτακτούσαν. Τότε, τόσο για να τον δοκιμάσει όσο κι από οίκτο, ο εξερευνητής είπε στον μικρό του σύντροφο:

– Κι εσύ; Τι σκέφτεσαι να κάνεις;

Η απάντηση ξεπήδησε καθαρή και ολόφωτη:

– Δεν σας υποσχέθηκα κάτι;

Έξι μήνες αργότερα η αποστολή είχε ολοκληρωθεί με απόλυτη επιτυχία. Πίσω από τον χαρούμενο αρχηγό βάδιζε πεταχτός ένας μικρός Άραβας δεκατριών πλέον χρονών.

Ας ξεκινήσουμε κι εμείς αυτή τη χρονιά μαζί με τον Χριστό, τον Αρχηγό μας, και ας Τον ακολουθήσουμε σε όλη τη διάρκειά της.