Ο ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού Γεώργιος Παυλίδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Νικαίας) καταθέτει τη δική του μαρτυρία για τη δράση του πατρός Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου.
«Πριν από την εαρινή επίθεση των Ιταλών στις 9 Μαρτίου 1941, είχαμε κατασκηνώσει λίγο πιο κάτω από το χωριό Τοσκέσι. Κάναμε τεχνητή απόκρυψη των σκηνών και των πυροβόλων με κλαδιά δέντρων. Μια βραδιά είχε βρέξει και δε ρίξαμε κλαδιά στη σκηνή μας. Κάθε πρωί ερχόταν ένα ιταλικό αναγνωριστικό αεροπλάνο, έπαιρνε φωτογραφίες και, αν ανακάλυπταν πως είμαστε κρυμμένοι σε έναν τόπο, έρχονταν και βομβάρδιζαν. Έτσι, την ημέρα εκείνη ήλθε, βρήκε τη σκηνή χωρίς καμουφλάζ, τη φωτογράφισε και μετά από μιάμιση ώρα ήλθαν 15-20 Στούκας (ιταλικά βομβαρδιστικά αεροπλάνα), που κατέβηκαν 30-35 μέτρα χαμηλά και άρχισαν να σπέρνουν βόμβες.
Τρέξαμε να κρυφτούμε. Εγώ χώθηκα σε ένα σωρό από τσουβάλια. Οι κρότοι ήταν εκκωφαντικοί. Είχε καλυφθεί από καπνούς ο καταυλισμός…
Όπως ήμουν ξαπλωμένος ανάσκελα, έβλεπα καθαρά το αεροπλάνο, τον αεροπόρο, τα χέρια του, τις βόμβες. Είπα μέσα μου: «Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου Δέσποτα…» Επιτέλους, κάποτε τα αεροπλάνα έφυγαν.
Με δισταγμό σηκώθηκα. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Ησυχία θανάτου. Μονολόγησα: «Εγώ μόνο ζω.»
Όμως, σιγά σιγά έβλεπα να σηκώνονται μερικά κουρέλια. Λίγο-λίγο γέμισε ο τόπος.
Ζητωκραυγές, σταυροκοπήματα παντού. Ο διοικητής διατάσσει προσκλητήριο. Και το θαύμα; Μέσα σε αυτή τη φωτιά του σιδήρου δεν είχαμε ούτε έναν στρατιώτη νεκρό, ούτε πληγωμένο.
Ο διοικητής δέχτηκε την πρότασή μου να κάνουμε ευχαριστήρια Θεία Λειτουργία. Κοντά μας ήταν ο στρατιωτικός ιερέας. Συγκεντρωθήκαμε και αποφασίσαμε να γίνει πρώτα εξομολόγηση. Πράγματι, εξομολογήθηκαν αξιωματικοί και οπλίτες και το πρωί σε μια μεγάλη σπηλιά ο πατήρ Χρυσόστομος λειτούργησε. Πριν από τη Θεία Λειτουργία μάς μίλησε και στο «Μετὰ φόβου Θεοῦ…» κοινωνήσαμε όλοι.
Δε θα λησμονήσω εκείνη τη Θεία Λειτουργία. Καθώς προσέρχονταν οι στρατιώτες για να κοινωνήσουν, έκλαιγαν.
Και τα δάκρυά του έπεφταν στην αγία λαβίδα. Έτσι, το Σώμα και το Αίμα του Χριστού αναμειγνυόταν με τα δάκρυα των στρατιωτών.
Εκείνες τις μέρες περπάτησε ο Θεός ανάμεσά μας…»