Το μάθημα του Κατηχητικού είχε τελειώσει πριν λίγο. Σήμερα το θέμα ήταν ένα από τα συνηθισμένα, όπως έλεγε ο Νίκος, μαθητής της πρώτης Λυκείου. Επειδή, όμως, φέτος είχε βάλει για τα καλά στο μάτι την πρώτη θέση στον διαγωνισμό βαθμολογίας, δεν μπορούσε να λείψει. Το σημερινό θέμα ήταν η προσευχή. «Μα τι άλλο να μας πουν για την προσευχή; Αφού ο Θεός ξέρει τι έχω ανάγκη, χρειάζεται να Του το πω;

Εξάλλου δεν έχω και τίποτα τρομερό ανάγκη», σκέφτηκε, αναστέναξε λίγο και κάθισε υπομονετικά να περιμένει, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη σημασία σε αυτά που άκουγε. Μετά το μάθημα, ο Νίκος, μαζί με τα υπόλοιπα παιδιά, πήγανε για μπάλα και έπειτα κάθισαν στην αίθουσα να παίξουν. Τότε, έφτασε στην αίθουσα ο Γιώργος, ο κολλητός φίλος του Νίκου. Ήρθε και κάθισε δίπλα του.

Νίκ:     Τι έγινε, Γιώργο; Πού ήσουν; Παραλίγο να χάσουμε σήμερα και να μην περάσουμε στον τελικό.

Γιώ:     ­­Συγγνώμη, κάτι μου έτυχε, είπε με ταραγμένη φωνή.

Νίκ:     Κάτι σοβαρό; Ρώτησε με πιο σιγανή φωνή, γυρνώντας προς τον Γιώργο, που φαινόταν ανήσυχος.

Γιώ:     Ναι, αλλά αν είναι, το συζητάμε φεύγοντας.

Η υπόλοιπη μέρα κύλησε ως συνήθως, με τον Γιώργο, όμως, μετά βίας να χαμογελάει. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Άφησαν τα υπόλοιπα παιδιά και ξεκίνησαν να κατευθύνονται οι δυο τους προς τα σπίτια τους, που ήταν κοντά. Πριν προλάβει να ρωτήσει ο Νίκος, είδε τον φίλο του να κλαίει.

Γιώ:     Η μητέρα μου, η μητέρα μου δεν είναι καλά. Σήμερα το πρωί πόναγε πολύ και έκανε εμετούς. Την πήγαμε με τον πατέρα μου στο νοσοκομείο. Εκεί ξεκίνησαν τις εξετάσεις προσπαθώντας να καταλάβουν τι έχει. Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, πήγε πρώτα ο πατέρας μου να μιλήσει με τον γιατρό. Δεν ξέρω τι ακριβώς είπαν, αλλά ο πατέρας μου γύρισε με δάκρυα στα μάτια. Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ να κλαίει. Τον ρώτησα τι έχει η μαμά, αλλά το μόνο που μου απάντησε ήταν ότι είναι αρκετά σοβαρά και μου είπε να γυρίσω πίσω με τη γιαγιά, που είχε έρθει να με πάρει, και πως θα τα πούμε αύριο που θα έχουν βγει και οι υπόλοιπες εξετάσεις. Είπα να έρθω στο Κατηχητικό μπας και ξεχαστώ λίγο, αλλά μάταια. Θέλω κάπως να βοηθήσω, αλλά δεν ξέρω τι να κάνω… Αισθάνομαι πραγματικά αδύναμος.

Τότε άρχισε να κλαίει πιο δυνατά, βάζοντας τα χέρια του στο πρόσωπό του. Η καρδιά του Νίκου σφίχτηκε. Τι να του έλεγε; Πώς να του συμπαραστεκόταν; Η καημένη η μητέρα του ήταν τόσο καλή γυναίκα! Από τότε που την ήξερε, ήταν πάντα με το χαμόγελο και πάντα είχε έναν καλό λόγο να του πει. Δεν άργησαν και τα δικά του δάκρυα να κυλήσουν. Όχι όμως! Έπρεπε να συγκρατηθεί. Έπρεπε κάπως να βοηθήσει τον φίλο του, μα πώς; Τι θα μπορούσε να κάνει; Καθώς σκεφτόταν με αγωνία, θυμήθηκε τα τελευταία λόγια του κατηχητή, όταν τελείωνε το μάθημα:

«και θυμηθείτε παιδιά τι μας είπε ο Κύριος μας: πάντα ὅσα ἐὰν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες, λήψεσθε (Ματθ. κα’ 22)».

Αυτό είναι! σκέφτηκε.

Νίκ:     Γιώργο, είσαι μόνος σου σπίτι;

Γιώ:     Μάλλον… Γιατί;

Νίκ:     Πάμε! Ξέρω τι μπορούμε να κάνουμε, για να βοηθήσουμε.

Γιώ:     Δε σε καταλαβαίνω…

Νίκ:     Πάμε να παρακαλέσουμε τον Μόνο που όντως μπορεί να βοηθήσει…