Το βιβλίο του μήνα
…Και τώρα, παρόλο που ήταν μεθυσμένος, δεν πέρασε χωρίς να προσέξει εκείνο το παιδί, που πήγαινε στο δρόμο με μεγάλη προσοχή και πολλή σοβαρότητα για την ηλικία του.
-Ε, συ μικρέ. Πώς λέγεσαι;
-Μίλβιος.
-Πού πηγαίνεις;
-Για μια δουλειά του κυρίου μου, του γιου του συγκλητικού Πόπλιου Κλήμη, που είναι ένας από τους δώδεκα ακολούθους του Καίσαρα.
-Α!…και γιατί κρατάς τα χέρια σου έτσι σταυρωμένα, τι κρύβεις λοιπόν κάτω από τον χιτώνα σου;
Ο Μίλβιος δεν έδωσε απάντηση.
Θα μου πεις, ναι ή όχι; Ξέρεις ότι έχω τον τρόπο να σε κάνω να μιλήσεις… Αμαξά, κατέβα κι άρπαξε αυτόν τον μικρό να του ανοίξεις τα χέρια!
Ο αμαξάς είχε κιόλας πηδήσει πάνω στο Μίλβιο και του τραβούσε τα χέρια…
Τι είναι αυτό που έπεσε;… Ένα μπουκαλάκι; Και τι έχει μέσα; Δος μου να το δω… Μια σταλιά κρασί και λίγα ψίχουλα ψωμιού… Και γι’ αυτό κάνεις τόση φασαρία;… Αλλά τι περιμένεις από ανόητους δούλους…
Ο Μίλβιος δε μιλούσε καθόλου.
Με θυμό ο Πάνσα πέταξε το μπουκαλάκι στο δρόμο, μερικά μέτρα μακριά.
-Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκε ο Μίλβιος, δεν έσπασε. Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ.
Δεν έχω συνηθίσει να μην με υπακούουν, είπε με λύσσα ο Πάνσα. Αμαξά, γδύσε αυτόν τον γελοίο και δέσε τον σ’ εκείνο το δέντρο…
-Ωραία, έτσι μπράβο!.. Τώρα, συ, θα μου πεις τι σημασία έχει για σένα αυτό που έχει μέσα το μπουκαλάκι, που το μετέφερες με τόση ευλάβεια… Μήπως είσαι Χριστιανός;
Αυτή τη φορά ο Μίλβιος κοίταξε στα μάτια τον Πάνσα και είπε καθαρά:
-Μάλιστα, είμαι Χριστιανός!…
Και παίρνοντας από τη ζώνη του…το μυτερό εγχειρίδιο, χτύπησε με ορμή πολλές φορές το στήθος του Μίλβιου.
-Βλέπετε, είπε στη συνέχεια, αυτό δεν μπορεί να μπει και πολύ βαθιά και θα χρειαστεί πολλή ώρα για να πεθάνει… Ελάτε! λοιπόν, αρχίστε…
…Και τώρα, παρόλο που ήταν μεθυσμένος, δεν πέρασε χωρίς να προσέξει εκείνο το παιδί, που πήγαινε στο δρόμο με μεγάλη προσοχή και πολλή σοβαρότητα για την ηλικία του.
-Ε, συ μικρέ. Πώς λέγεσαι;
-Μίλβιος.
-Πού πηγαίνεις;
-Για μια δουλειά του κυρίου μου, του γιου του συγκλητικού Πόπλιου Κλήμη, που είναι ένας από τους δώδεκα ακολούθους του Καίσαρα.
-Α!…και γιατί κρατάς τα χέρια σου έτσι σταυρωμένα, τι κρύβεις λοιπόν κάτω από τον χιτώνα σου;
Ο Μίλβιος δεν έδωσε απάντηση.
Θα μου πεις, ναι ή όχι; Ξέρεις ότι έχω τον τρόπο να σε κάνω να μιλήσεις… Αμαξά, κατέβα κι άρπαξε αυτόν τον μικρό να του ανοίξεις τα χέρια!
Ο αμαξάς είχε κιόλας πηδήσει πάνω στο Μίλβιο και του τραβούσε τα χέρια…
Τι είναι αυτό που έπεσε;… Ένα μπουκαλάκι; Και τι έχει μέσα; Δος μου να το δω… Μια σταλιά κρασί και λίγα ψίχουλα ψωμιού… Και γι’ αυτό κάνεις τόση φασαρία;… Αλλά τι περιμένεις από ανόητους δούλους…
Ο Μίλβιος δε μιλούσε καθόλου.
Με θυμό ο Πάνσα πέταξε το μπουκαλάκι στο δρόμο, μερικά μέτρα μακριά.
-Δόξα τω Θεώ, σκέφτηκε ο Μίλβιος, δεν έσπασε. Θεέ μου, Σ’ ευχαριστώ.
Δεν έχω συνηθίσει να μην με υπακούουν, είπε με λύσσα ο Πάνσα. Αμαξά, γδύσε αυτόν τον γελοίο και δέσε τον σ’ εκείνο το δέντρο…
-Ωραία, έτσι μπράβο!.. Τώρα, συ, θα μου πεις τι σημασία έχει για σένα αυτό που έχει μέσα το μπουκαλάκι, που το μετέφερες με τόση ευλάβεια… Μήπως είσαι Χριστιανός;
Αυτή τη φορά ο Μίλβιος κοίταξε στα μάτια τον Πάνσα και είπε καθαρά:
-Μάλιστα, είμαι Χριστιανός!…
Και παίρνοντας από τη ζώνη του…το μυτερό εγχειρίδιο, χτύπησε με ορμή πολλές φορές το στήθος του Μίλβιου.
-Βλέπετε, είπε στη συνέχεια, αυτό δεν μπορεί να μπει και πολύ βαθιά και θα χρειαστεί πολλή ώρα για να πεθάνει… Ελάτε! λοιπόν, αρχίστε…
…Ο Πείσμονας ετοιμάζεται για πρώτη φορά να παίξει με τα παιδιά της Εσύπολης. Έχει αγωνία. Έχουν μαζευτεί πάρα πολλά κι όλα θέλουν να παίξουν μαζί του. Χωρίζονται σε ομάδες. Η Γαλήνη φωνάζει δυνατά για να την ακούν όλοι.
– Ακούστε με, κάποιος πρέπει να είναι αρχηγός για να κατευθύνει τις ομάδες. Ποιος θα έρθει;
– Εγώ! εγώ! Φωνάζει δυνατά ο Πείσμονας και σηκώνει ψηλά τα χέρια του, να τον βλέπουν όλοι
– Εσύ! εσύ! Φωνάζουν όλα μαζί και το παιχνίδι αρχίζει.
Πρώτη φορά στη ζωή του παίζει ο Πείσμονας με τόσα πολλά παιδιά. Μικρά και μεγάλα, αγόρια και κορίτσια. Βέβαια μερικές φορές δυσανασχετεί, γιατί τα μικρότερα δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά. Εξαιτίας τους καθυστερεί το παιχνίδι. Τα μεγαλύτερα όμως τα βοηθούν, κι αυτή τη μικρή καθυστέρηση την ευχαριστιούνται κιόλας. Στο τέλος του παιχνιδιού όλα μαζί κάθονται κάτω στο μαλακό χορτάρι και ζητούν από τον Πείσμονα να τους διηγηθεί κάτι από την πατρίδα τους. Εκείνος μένει για λίγο σκεπτικός. Θυμάται τα παιδιά στην Εγώπολη, που δε μονοιάζουν πότε μεταξύ τους. Θυμάται τους φίλους του που πάντα τον απογοητεύουν. Όσο για τους μεγάλους, αυτοί μιλάνε μεταξύ τους και δε δίνουν προσοχή στους μικρούς. Τίποτα από όλα αυτά δε θέλει να πει. Ψάχνει για κάτι που να τους εντυπωσιάσει. Κάτι που θα τον κάνει να νιώσει υπερήφανος…
«Ποιος είσαι; Από πού έρχεσαι; Πού πας;» Τώρα, παιδί μου, που πρόκειται να ξεκινήσεις για το μεγάλο και δυσκολοπερπάτητο ταξίδι της ζωής, αυτά είναι τα πιο σπουδαία ερωτήματα που θα μπορούσα να σου κάμω.
Αλήθεια, «Ποιος είσαι»; Ποιός είμαι; «Είμαι ο τάδε νέος».
Πρόσεξε! Δεν σε ρωτώ αυτό. Δεν θέλω να μάθω το όνομά σου. Θέλω να σε βοηθήσω να δεις ποιός πράγματι είσαι. Θέλω να καταλάβεις πως είσαι το μυριάκριβο μπουμπούκι που ετοιμάζεται να ανοίξει πάνω στο δέντρο της ζωής. Θέλω να συγκλονιστείς βαθιά μέσα στην ψυχή σου από την συναίσθηση πως είσαι η ατίμητη εικόνα του Θεού, που σε έστειλε σε αυτόν τον κόσμο για λίγες δεκάδες χρόνια. Από πού έρχεσαι; Πριν ένα αιώνα πού ήσουν; Απ’ ό,τι βλέπεις τώρα μπροστά σου, ίσως πριν εκατό χρόνια να μην υπήρχε τίποτε. Τότε, πριν εκατό χρόνια πού ήσουν; Σκέψου ακόμη και κάτι άλλο. Πού πηγαίνεις; Προς τα πού κατευθύνεσαι; Ύστερα από εκατό χρόνια πού θα είσαι; Ίσως το σπίτι σου, το δωμάτιό σου, το γραφείο σου, τα βιβλία σου, να υπάρχουν ακόμη. Εσύ όμως δε θα υπάρχεις. Πού λοιπόν θα βρίσκεσαι;
Μπορείς να μην ομολογήσεις, παιδί μου, ότι τα ερωτήματα αυτά έχουν αληθινά βαρυσήμαντη σημασία για σένα;
Θα σου πω κάτι: Στα βασικά αυτά ερωτήματα που δεσπόζουν μέσα στον ψυχικό σου κόσμο, μπορεί να δώσει απάντηση σοβαρή, απάντηση που να σε ικανοποιήσει και να σε αναπαύσει, μονάχα ένας: η θρησκεία.
Μας λέγει η επιστήμη ότι υπήρξε εποχή που ο πλανήτης μας ήταν μια άμορφη πυρωμένη μάζα, πάνω στην οποία τίποτε δεν μπορούσε να ζήσει. Πώς λοιπόν φάνηκε ξαφνικά το πρώτο ζωντανό πλάσμα; Μονάχα τους λοιπόν ζωντάνεψαν τα άψυχα; Η ίδια η επιστήμη μας βεβαιώνει ότι αυτό είναι αδύνατο. Μήπως από κάποια άλλη γη έπεσε πάνω στη δική μας το πρώτο σπέρμα της ζωής; Κι αυτό όμως αν το δεχθούμε, το ζήτημα δεν λύνεται. Απλώς μετατοπίζεται. Στο άλλο εκείνο άστρο πώς τάχα να δημιουργήθηκε η ζωή;
Άφησε, παιδί μου, τις υποθέσεις και σκέψου σοβαρά. Από πού έρχεσαι; Έρχομαι από τον Θεό. Αυτή είναι η μόνη ικανοποιητική απάντηση. Αυτός με δημιούργησε. Αφού λοιπόν με δημιούργησε Αυτός, άρα σ’ Αυτόν πρέπει μια μέρα να επιστρέψω. Πόσο όμορφα το λέει αυτό ο Άγιος Αυγουστίνος! «Μας δημιούργησες, Κύριε, για Σένα και είναι η καρδιά μας ανήσυχη, μέχρι την ευλογημένη εκείνη στιγμή που κοντά Σου θα βρει την ανάπαυσή της». Τι υπέροχη αλήθεια! Αλήθεια που δίνει φτερά. Μέσα μου έχω αιώνια ψυχή! Πόσο όμως πρέπει να προσέχω, γιατί η αιώνια αυτή ψυχή μου είναι μία και μοναδική. Πρέπει να προσέχω για να τη σώσω από τον μεγάλο εχθρό της. Την αμαρτία. Με έναν σκοπό. Την αιώνια ζωή.
Τον ατίμητο αυτό θησαυρό που μου χάρισε ο Θεός, προσπαθεί να μου τον αρπάξει με χίλιους τρόπους η αμαρτία. Άγρυπνος λοιπόν πρέπει να στέκομαι στις επάλξεις, με μια ακλόνητη απόφαση. Η ψυχή μου να φτάσει ασφαλώς στον μεγάλο προορισμό της.
Oι πόρτες άνοιξαν πάλι και οι μάρτυρες είδαν μπροστά τους την ηλιόλουστη παλαίστρα. Για μια στιγμή δεν ακούστηκε τίποτα… Με τα βλέμματα και με ατρόμητες τις καρδιές οι ευγενικοί αυτοί μάρτυρες βάδιζαν, ειρηνικοί και υπάκουοι, ανάμεσα από την ζοφερή κοιλάδα του θανάτου στην αιώνια ειρήνη που τους περίμενε πέρα απ’ αυτόν τον κόσμο…
-Πατέρα, δος τους τη δύναμη να υπομείνουν, προσευχόταν η Μερκία με σιγανούς λυγμούς, γονατισμένη πλάι στον Στέφανο.
Το φτωχό παιδί έκλαιγε δυνατά. Η Μερκία ξέχασε αμέσως τον δικό της πόνο. Σηκώθηκε και τον αγκάλιασε σφιχτά.
-Στέφανε τι έχεις;
-Φοβάμαι πολύ, Μερκία. Να πεθάνω τόσο μικρός! Σκέψου θα πεθάνω απόψε. Και θα αφήσω για πάντα τον όμορφο και φωτεινό αυτό κόσμο.
-Ναι, αλλά θα βρεις έναν άλλον πολύ πιο όμορφο και πολύ φωτεινότερο. Εκεί δεν υπάρχει ούτε λύπη ούτε πόνος. Εκεί κανείς δεν θα σε καταδιώκει και κανείς δεν θα σε χωρίσει από αυτούς που αγαπάς. Εκεί βασιλεύει για πάντα η ευτυχία!
-Αλλά οι πόνοι, Μερκία, οι πόνοι; φώναξε το παιδί που είχε πολύ υποφέρει και το κουράγιο του είχε εξαντληθεί.
-Σκέψου την αγωνία Εκείνου που πέθανε για σένα. Και δεν θα δειλιάσεις. Στήλωσε τα μάτια σου στον Σταυρό, όταν φτάσει η ώρα.
-Αλλά θα έχω αυτό το θάρρος; Εγώ είμαι δειλός. Μήπως εγώ δεν σας πρόδωσα όλους; Εγώ Μερκία δεν έχω το θάρρος σου!
Η ψυχή του ήταν ειλικρινής. Μόνο το σώμα του ήταν αδύνατο. Και χαϊδεύοντας απαλά το παιδί που έκλαιγε με λυγμούς συνέχισε η Μερκία:
-Το θάρρος που έχω δεν είναι δικό μου. Ο Κύριός μας μού το δίνει. Έχε τον νου σου στραμμένο σ’ Εκείνον. Εκείνος θα σου δώσει τη δύναμη.
Δυνατές φωνές ακούστηκαν στον στίβο. Οι πόρτες άνοιξαν πάλι. Ένας αξιωματικός μπήκε μαζί με μερικούς στρατιώτες…Το δυστυχισμένο παιδί στεκόταν μισοζαλισμένο από τον φόβο. Η Μερκία τον έσπρωξε απαλά κοντά στους άλλους χαμογελώντας του ενθαρρυντικά. Με τρεμάμενα πόδια ξεκίνησε για την παλαίστρα. Τρικλίζοντας και σχεδόν ασυναίσθητα ανέβηκε τα λίγα σκαλιά. Μόλις, όμως, πέρασε το κατώφλι, η φρικιαστική σκηνή που αντίκρισε τον τρόμαξε τόσο πολύ που δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Με μια διαπεραστική κραυγή όρμησε πάλι μέσα στο κελλί και έπεσε στα πόδια της κοπέλας.
-Μερκία, Μερκία, σώσε με. Δεν μπορώ.
Η κόρη χρειάστηκε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια για να κυριαρχήσει στον εαυτό της. Τελικά το κατάφερε και του είπε με δυνατή, σταθερή φωνή:
-Στέφανε, δεν πρέπει να δειλιάσεις…Στο όνομα όλης της απέραντης αγάπης που έχει ο Θεός για μας, δώσε μου την υπόσχεση πως δεν θα δειλιάσεις. Δώσε μου την…
Το γενναίο παιδί σταύρωσε με θάρρος τα χέρια Του στο στήθος και προχώρησε με θάρρος στον στίβο…
…Όμως, οι Έλληνες έχουν μια αρετή που σπάνια τη συναντά κανείς σε άλλους λαούς.
Μπορεί το σώμα τους να λυγίζει και να τσακίζεται. Η καρδιά τους όμως αντέχει. Η ψυχή τους μένει αδούλωτη και κρατάει μέσα της άσβεστη τη μικρή σπίθα της ελπίδας για την ελευθερία. Όταν πέρασαν μερικά από τα σκοτεινά χρόνια της σκλαβιάς, οι Έλληνες προσπάθησαν να συνέλθουν από τη μεγάλη συμφορά που τους βρήκε. Έπρεπε να αντισταθούν με κάθε τρόπο στο βάρβαρο κατακτητή. Να μη σβήσουν σαν έθνος. Να μην ξεχάσουν το παρελθόν τους και τις παραδόσεις τους. Αλλά, πώς θα το κατόρθωναν αυτό όταν τα παιδιά τους έμεναν αγράμματα;
Τον μεγάλο, το δύσκολο και ιερό αυτό ρόλο, να μάθει τα σκλαβωμένα Ελληνόπουλα γράμματα, τον ανέλαβε ο κλήρος. Οι παπάδες και οι ταπεινοί καλόγεροι. Τα βράδια, τα περισσότερα παιδιά των Ελλήνων, γλιστρούσαν σαν φαντάσματα από γωνιά σε γωνιά, για να μην τα δει κανενός Τούρκου μάτι και τρύπωναν στις Εκκλησίες και τα Μοναστήρια. Εκεί, στο φως ενός κεριού, τα τιμημένα ράσα μοχθούσαν να τα μάθουν να γράφουν και να διαβάζουν.
Το γνωστό ποιηματάκι που έλεγαν τα παιδιά παρακαλώντας το φεγγάρι να τους φωτίζει το δρόμο προς το κρυφό σχολειό τους, έχει μείνει ως την εποχή μας:
Φεγγαράκι μου λαμπρό
φέγγε μου να περπατώ
να πηγαίνω στο σχολειό
να μαθαίνω γράμματα
γράμματα σπουδάματα
του Θεού τα πράγματα.
Η Άννα ζήτησε μονομιάς και της έφεραν το κουτί με το φαρμακείο: ιώδιο, γάζες και τα ρέστα.
Σε λίγο, όταν έδεσε την πληγή και βόλεψε τον Αριστείδη, μπήκε σιγά-σιγά στην τραπεζαρία. Πρώτη φορά η όψη της έδειχνε τέτοια λύπη. Ο μεγάλος αδερφός έκοβε τριγύρω βόλτες και κάπνιζε.
- Γιατί, γιατί Ζήση; Τον ρώτησε σιγαλά.
- Σε παρακαλώ! Αποκρίθηκε απότομα εκείνος.
Απόμεινε στη θέση της. Τα μάτια της άρχισαν να γυαλίζουν.
- Το να χτυπήσει κανείς είναι τόσο εύκολο. Μια τέτοια εκδήλωση μπορεί να κάνει και σε σας ο καθένας …ξαναείπε σταθερά.
Γύρισε και την κοίταξε γιομάτος οργή. Παραλίγο να χιμούσε.
- Όμως, είναι αδερφός σας. Ζει κι ανασαίνει μαζί μας… ψιθύρισε.
- Πήγε πολύ-πολύ σιμά του. Ο μεγάλος αδερφός βρέθηκε σε αμηχανία. Είδε την όψη της τη λυπημένη, είδε τα μεγάλα της μάτια που είχαν κάτι το αλλόκοσμο, κάτι το επιβλητικό στην παιδικότητά της, και χαμήλωσε το βλέμμα…
…Ο Φούλβιος βρίσκονταν εκεί και ως συνήθως έγινε δεκτός με ψυχρότητα. Αλλά αφού υπέμεινε καρτερικά τις ειρωνείες και τους πικρούς εμπαιγμούς, προχώρησε με τόλμη και απεύθυνε προς τον αυτοκράτορα τους εξής λόγους:
– Μεγαλειότατε! Έρχομαι τώρα να σας αποκαλύψω την πλέον μαύρη συνωμοσία εμπνευσμένη από την μάλλον μισητή αγνωμοσύνη που πλησιάζουν το σεπτό σου πρόσωπο.
– Τι θες να πεις ανόητε; Ρώτησε με ανυπομονησία ο τύραννος. Λέγε αμέσως και γρήγορα ειδάλλως θα σου σπάσω τους λόγους από το λάρυγγά σου με σιδερένιο αγκίστρι.
Ο Φούλβιος σηκώθηκε και έδειξε με το χέρι του εκείνον που κατηγορούσε και είπε με ήρεμη φωνή:
– Ο Σεβαστιανός είναι Χριστιανός.
Ο αυτοκράτορας μανιασμένος σηκώθηκε από το θρόνο του.
– Ψεύδεσαι δούλε! Ό,τι είπες θα πρέπει να το αποδείξεις αλλιώς θα πεθάνεις με τόσο σκληρό θάνατο όσο κανείς Χριστιανός δεν έχει υποστεί.
– Έχω επαρκείς αποδείξεις αποκρίθηκε εκείνος δείχνοντας μία περγαμηνή που την έδωσε γονατίζοντας.
Ο τύραννος ετοιμάζεται να του δώσει τραχιά απάντηση προς έκπληξη όλων, όμως, ο Σεβαστιανός ατάραχος προχώρησε και μίλησε με γλυκύτατο τόνο:
– Κύριε μη ζητάς καμία απόδειξη. Ομολογώ εγώ ο ίδιος ότι είμαι Χριστιανός και καυχώμαι μάλιστα για αυτό…
H αγάπη του Θεού είναι άπειρη. Ωκεανός ολόκληρος! Η ενανθρώπηση του Θεού και Λόγου στη γη αγάπη είναι. «Οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν αὐτοὺ τὸν μονογενὴ ἔδωκεν» (Ιωάν. γ’ 16).
Μυστήριο παράδοξο!
Να γίνει ο Θεός άνθρωπος, για να σώσει τον άνθρωπο!
Δεν μπορούσε με άλλον τρόπο να τον σώσει και να αποφύγει την ταπείνωση αυτή;
Παντοδύναμος δεν είναι ο Θεός;
Αλλά ποια είναι η παντοδύναμος δύναμις του Θεού; Η αγάπη!
Δεν υπάρχει από την αγάπη άλλη μεγαλύτερη και δυνατότερη δύναμις.
Δύναμις Θεού λοιπόν είναι η ενανθρώπηση του Υιού του.
Ανέκφραστος αγάπη είναι η δημιουργία του ανθρώπου.
Άπειρη είναι η αγάπη του Θεού, που, ενώ παράκουσε ο άνθρωπος, δεν τον εξαφάνισε, αλλά τον ευσπλαχνίστηκε και έστειλε τον Υιό του να γίνει άνθρωπος, για να αναπλάσει και σώσει τον άνθρωπο!
«Εἰ γὰρ μὴ Αὐτὸς ὡμοίωτο πρὸς ἄνθρώποις, οὐκ ἠδύναντο οἱ ἄνθρωποι ὁμοιοῦσθαι πρὸς Θεὸν» (Μ. Αθανάσιος).
«Γέγονεν ὅπερ καὶ ἡμεῖς, ἵνα ποιήσῃ ημάς ὅ,τι αὐτός έστιν» (Ειρηναίος).
Ήρθε – λένε πολλοί – ο Υιός του Θεού στη γη με τόση ταπείνωση και αδυναμία.
Ας ερχόταν με όλη τη μεγαλοπρέπεια και τη δόξα του, με τις στρατιές των ουρανίων δυνάμεων του, με τη θεϊκή αίγλη του.
Αλλά δεν ερχόταν να καταπλήξει και να θαμβώσει, αλλά να ελκύσει και σώσει τον κόσμο.
Ας κτυπούν λοιπόν οι καμπάνες των Χριστουγέννων και ας διαλαλούν τούτο το απροσπέλαστο μυστήριο και μεγαλείο: την ενανθρώπηση του Θεού!
Εμείς θα τον αγαπήσουμε άραγε;
“Οὔσης ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῷν σαββάτων, καί τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, ὅπου ῆσαν οί μαθηταί συνηγμένοι διά τόν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ῆλθεν ὁ Ἰησοῦς, καί ἔστη εἰς τό μέσον, καί λέγει αὐτοῖς∙ εἰρήνη ὑμῖν”.
– Και τώρα, αδελφοί μου χριστιανοί των αιώνων, καταλαβαίνω ακόμα πιο καλά τη σημασία και την αξία της θυσίας και του θριάμβου του ποθητού μου Μεσσία, και Σωτήρα, και Λυτρωτή, τόνισε με τη χαρά και την αγαλλίασή του ο Ανδρέας. Ακλόνητος και αμετακίνητος τώρα, με την δύναμη του Αναστάντος Κυρίου μου, και τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που θα έρθει γρήγορα, θα ζήσω και θα πεθάνω γι’ Αυτόν! Θα το δείτε!
Ανέστη ο Χριστός! Η Ζωή. Η Χαρά. Η Αγάπη. Η Oδός. Η Αλήθεια. Η ευεργετική Δύναμη. Ο Υιός του Θεού. Ο μεγάλος Φίλος των ανθρώπων. Ο Σωτήρας μας. Ο Λυτρωτής μας. Το Φως του κόσμου. Ο Μεσσίας. Ο Τρισάγιος και Τρισευλογημένος. Ο Μυριοπόθητος και Μυριαγαπημένος. Ο Νικητής. Λάμπει όλη η γη του Ισραήλ. Αστράφτει ο ήλιος. Παιζογελά η Τιβεριάδα. Ξεχύνουν τα μύρα τους τα άνθη. Το γλυκοτραγουδούν οι αύρες. Το ασημώνει το φεγγάρι. Το κελαηδούν τα πουλιά. Το βομβίζουν οι μέλισσες. Το ομορφανεμίζουν οι πεταλούδες. Το ψάλλουν οι άγγελοι. Το χαίρεται ο Πατέρας. Το απολαμβάνει το Πνεύμα. Αναγαλλιάζει η ψυχή μου. Ξεχειλίζει χαρά η καρδιά μου. Λαμποκοπά ο νους μου. Ανέστη ο Κύριός μου. Μαζί Του τώρα στη ζωή, στην ιεραποστολή, στην αγάπη, στο ευεργετικό θαύμα. Και στο μαρτύριο και στο σταυρό μαζί. Και στην Ανάσταση και στη βασιλεία των ουρανών μαζί Του. Για πάντα. Για τους αιώνες των αιώνων.! Ἄγιος-Ἄγιος Κύριος Σαβαώθ. Πλήρης ὁ οὐρανός καί ἡ γή τῆς δόξης σοῦ. Ὠσαννά ἐν τοῖς ὐψίστοις!
*** *** ***
– Ο Μεσσίας και Κύριος και Θεός μου τελείωσε το σωτήριο έργο του στη γη και ανέβηκε ένδοξος θριαμβευτής στον ουρανό!, διαλογίστηκε ο Ανδρέας. Τώρα ξέρω καλά και βαθιά και ολοκληρωμένα Ποιός είναι. Και πόσο μεγάλη τιμή μου έκανε να με καλέσει και να με κάνει μαθητή Του, μ’ όλη την ασημότητα, και μικρότητα, κι αμαρτωλότητά μου! Ακούς να τον εγκαταλείψω μόνο στο Σταυρό, ο δειλός… Τώρα όμως αυτά πέρασαν. Θα γίνω απόστολός Του. Ψαράς… Όχι ψαριών στα γαλήνια και καθάρια και δροσερά ζωογόνα νερά της όμορφης Τιβεριάδας, που την στεφανώνουν ολόγυρά της πολύχρωμοι και μυρωμένοι οι ανθοί της καρπογόνας γης του Ισραήλ. Αλλά ψαράς πολύτιμων, ανεκτίμητων ψυχών-εικόνων του Θεού, στις μαύρες θάλασσες και τα φουρτουνιασμένα πέλαγα της πολλής κακίας και αμαρτίας. Να τις ανασύρω απ’ τα βρώμικα και παγωμένα, θανατηφόρα νερά τους, και να τις οδηγώ στη βασιλεία των ουρανών. Στη βασιλεία της αγάπης, της χαράς και της ειρήνης. Του φωτός και της ζωής. Που αρχίζει από τη γη και συνεχίζεται αιώνια και ατελεύτητα στον ουρανό. Τι τιμή και τι χάρη για μένα! Και τι χαρά και ευφροσύνη και αγαλλίαση στην ψυχή μου! Μεσσία και Σωτήρα μου, σε αγαπώ και σε λατρεύω όσο ποτέ!
…Όλα για τους άλλους, τίποτε για τον εαυτό του ήταν το σύνθημα του Ελεήμονος. Όλα τα μοίραζε. Αυτός περιοριζόταν σε μια ζωή πολύ λιτή… Φτωχικό το φαγητό του. Τριμμένο το ράσο του. Πρόχειρα τα σκεπάσματά και το στρώμα του. Η χλιδή και ο πλούτος δεν βρίσκουν είσοδο στο ασκητικό κελί του.
Κάποτε τον επισκέφθηκε στο δωμάτιό του ένας πλούσιος της πόλεως. Έκπληκτος παρατηρούσε τη φτώχεια που κυριαρχούσε εκεί. Ο Πατριάρχης να αναπαύεται στο σκληρό αυτό στρώμα! Να χρησιμοποιεί για σκεπάσματα ένα σχισμένο ρούχο και το τριμμένο ράσο του! Φεύγει αμέσως. Πηγαίνει στην αγορά, δίνει ένα μεγάλο ποσό και του αγοράζει ένα πολύτιμο πάπλωμα. Καταλαβαίνει πως ο λιτός Ιωάννης δύσκολα θα το δεχθεί. Τον παρακαλεί όμως και τον ικετεύει σαν πατέρα να μη διστάσει να το κρατήσει για να σκεπάζεται με αυτό. Του ζητάει σαν χάρη να τον μνημονεύει κάθε φορά που θα το χρησιμοποιεί.
Η γενναιόδωρη αυτή προσφορά συγκινεί την λεπτή ψυχή του Πατριάρχη. Η σύνεσή του δεν τον αφήνει να το στείλει πίσω και να στενοχωρήσει τον αγαθό και πονετικό εκείνο άνθρωπο. Το δέχεται, αλλά με πολύ δυσκολία. Με τον ίδιο δισταγμό το ρίχνει επάνω του τη νύχτα… Πέφτει να κοιμηθεί… Το καινούργιο πάπλωμα τον πιέζει αφόρητα. Όλη σχεδόν τη νύχτα μένει άγρυπνος. Συνεχώς μονολογεί: «Ποιος μπορεί να πιστέψει πως ο ταπεινός Ιωάννης σκεπάζεται με πανάκριβο πάπλωμα , τη στιγμή που οι αδελφοί του Χριστού τρέμουν από το κρύο; Πόσων, αυτή την ώρα που εγώ ζεσταίνομαι, τρίζουν τα δόντια από την παγωνιά! Πόσοι για να κοιμηθούν έχουν στρώσει στη γη ένα ψαθί και προσπαθούν να τυλιχθούν με το μισό από κάτω και το άλλο μισό από πάνω και δεν μπορούν να απλώσουν τα πόδια τους και να αναπαυθούν, αλλά είναι κουλουριασμένοι σαν κουβάρι γιατί τρέμουν! Πόσοι κοιμήθηκαν στο βουνό νηστικοί και χωρίς ζεστασιά!…
Η ανήσυχη νύχτα πέρασε. Ξημέρωσε η καινούργια μέρα. Χωρίς να χάσει καιρό στέλνει το πάπλωμα στην αγορά για να πουληθεί. Αλλά τι ευλογημένη σύμπτωση! Εκεί στην αγορά βρέθηκε και ο καλός δωρητής. Δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει το ωραίο πάπλωμα που είχε χαρίσει στον Πατριάρχη. Δεν απορεί. Καταλαβαίνει αμέσως την φιλάνθρωπη ενέργεια του αγίου. Το αγοράζει και του το ξαναστέλνει. Ο Ιωάννης το δέχεται με ευχαρίστηση. Όχι όμως για να το χρησιμοποιήσει. Γνωρίζει τώρα πώς θα το διαθέσει.
Την άλλη μέρα το στέλνει στην αγορά για να πουληθεί. Το βλέπει και πάλι ο πλούσιος δωρητής. Το αγοράζει για τρίτη φορά, το στέλνει στον Ελεήμονα και τον ικετεύει να το κρατήσει για να σκεπάζεται με αυτό. Και τότε ο αγαθός Πατριάρχης του λέγει με το χαριτωμένο χιούμορ του: Να δούμε ποιός από τους δύο θα κουραστεί πρώτος. Εγώ να πουλάω το πάπλωμα ή εσύ να το αγοράζεις και να μου το στέλνεις…
Στο βιβλίο αυτό περιέχονται διάφορες πρακτικές οδηγίες για τη φύση και την αξία της προσευχής, καθώς και για το πώς μπορεί κανείς να προσεύχεται σωστά.
Ο συγγραφέας παρουσιάζει πολύ ρεαλιστικά το πώς χρειάζεται να αντιμετωπίζει την προσευχή ο συνειδητός ορθόδοξος χριστιανός, πράγμα το οποίο είναι αποτέλεσμα μιας γενικότερης ορθής στάσης απέναντι στο χριστιανικό αγώνα. Γι’ αυτό το λόγο, μέσα από τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεύχεται κανείς, αναφέρεται και σε άλλα θέματα που συνδέονται άμεσα με την προσευχή και την επηρεάζουν.
Η περίοδος της Τουρκοκρατίας έχει να επιδείξει πλήθος νεομαρτύρων που υπέμειναν βασανιστήρια και θάνατο, για να μην προδώσουν την πίστη τους στον Χριστό και την αγάπη τους για την πατρίδα. Ένας από τους πιο γνωστούς νεομάρτυρες είναι ο άγιος Ιωάννης ο Μονεμβασιώτης, ο οποίος μαρτύρησε το 1773 σε ηλικία μόλις 15 ετών. Το βιβλίο του περιγράφει τον αγώνα του να παραμείνει πιστός μέχρι το τέλος και τον μαρτυρικό θάνατό του, που του χάρισε το ουράνιο στεφάνι.
(απόσπασμα από το βιβλίο)
Έπειτα από κάποιες περιποιήσεις και ψυχολογική προετοιμασία, κάποτε ο Αγαρηνός έθεσε στον Ιωάννη το θέμα. Έκανε την πρότασή του. Προσπάθησε ο Οθωμανός να κάνει όσο μπορούσε απαλή και γλυκιά την τραχιά φωνή του και πειστικότερο το λόγο του, αν και η πρόταση από μόνη της ήταν γοητευτική.
Πόση γοητεία είχε ο λόγος του αφεντικού για υιοθεσία του Ιωάννου, μπορείς να το εκτιμήσεις καλύτερα, όταν λάβεις υπόψη σου δύο πράγματα: την αθλιότητα και την τυραννία στην οποία βρισκόταν το παιδί και η μάνα του. Άλλο είναι να προσφέρεις ζεστό ψωμί σε χορτάτο κι άλλο να το προσφέρεις σε πεθαμένο από την πείνα, που το λαχταράει!. Και δεύτερον ότι, αν ο Ιωάννης δε δεχόταν πρόταση, η εύνοια θα μεταστρεφόταν σε δυσμένεια, σε αντιπάθεια, σε έχθρα και σε χειρότερα ακόμα.
Ε, να δεχθεί λοιπόν! Και το σκέπτεται;
Μάλιστα. Αυτό θα έκαναν πολλοί νέοι στη θέση του. Ο Ιωάννης όμως δεν το έκανε. Ούτε καν το διαπραγματευόταν. Δεν το συζητούσε διόλου. Ο Αγαρηνός και η γυναίκα του κάθε μέρα – έκαναν, πώς έκαναν! – θα του έλεγαν γι’ αυτό το θέμα, πότε με κολακείες, πότε με υποσχέσεις, πότε με περιποιήσεις, με καλοπιάσματα… «Καθημερινώς δεν έπαυαν να τον ενοχλούν δοκιμάζοντας να τον διαστρέψουν…» λέγει ο άγιος βιογράφος. Ανένδοτος ο Ιωάννης και ανυποχώρητος. Γιατί; Το αντιλαμβάνεται ο καθένας. Δεν είναι μόνο που – πώς να το καταδεχτεί ένας βλαστός δοξασμένου Γένους; – ένα Ελληνόπουλο θα γινόταν Τουρκόπουλο. Αυτό το είχε για ξεπεσμό ο Ιωάννης. Για κατάντια. Καλύτερα Ελληνόπουλο σκλάβος, παρά Τουρκόπουλο τσιφλικάς. Αλλά το πιο μεγάλο εμπόδιο ήταν άλλο: ο Αγαρηνός τού ζητούσε να αλλάξει την πίστη του, να «τουρκίσει». Προσπαθούσε «να τον διαστρέψει από την πίστη των χριστιανών και να τον επιστρέψει εις τη δική τους θρησκεία». Και αυτό ο Ιωάννης δεν ανεχόταν ούτε καν να το ακούσει. Να αλλάξει την πίστη του, την πίστη των προγόνων του, του μάρτυρα πατέρα του, να μαγαρίσει το άγιο μύρο που του έβαλαν, να αλλάξει το όνομα του το βαφτιστικό; Θεός φυλάξει! Ποτέ.
Ποτέ! Θα αρνηθεί κι ό,τι γίνει ας γίνει.
Καταλαβαίνει ο Ιωάννης. Ας είναι μικρός. Δεν είναι δα και παιδάκι. Εκεί που έφτασαν τα πράγματα, Τρίτη λύση δεν υπήρχε. Ή θα δεχόταν να αλλάξει την πίστη του ή έπρεπε να θυσιάσει τη ζωή του.
Πειρασμός. Δοκιμασία. Έριξε την ψήφο του στο δεύτερο. Θα έμενε γιος του Θεού Πατέρα και του μάρτυρα πατέρα του κι ας περνούσε αυτός ο δρόμος από μαχαίρι και αίματα. Θα έμενε αντάξιος του Χριστού και μαρτυρικού, τιμημένου Γένους του! «Θεέ μου, κάνε με σταθερό σαν τη βαλανιδιά, ανυποχώρητο σαν τον βράχο!».
Ήταν η πρώτη νίκη του νεαρού Ιωάννου. Την κέρδισε στο μυαλό και στην καρδιά του. Εκεί πρωτοκερδίζονται οι πνευματικές νίκες. Η πάλη με τον πειρασμό στα βάθη, κι ας μη φαίνεται, είναι ένα είδος μαρτυρίου, λευκού, αναίμακτου, αλλά οδυνηρού. Εκεί, στο βάθος, στη γνώμη κρίνεται ο άνθρωπος. Αν δε λυγίσεις εκεί, νίκησες. Και ο Γουβιώτης έμεινε εκεί ασυμβίβαστος. Κρίθηκε. Νίκησε. Όπως, χιλιάδες χρόνια πριν, ο Κύριός Του Ιησούς νίκησε τον πειρασμό, που του ζητούσε: «προσκύνα με και σου δίνω τις δόξες και τα βασίλεια του κόσμου» (Ματθ. δ’ 8).
3 Ἰουλίου 1943.
Ἡ Ἐκκλησία χάνει τόν τολμηρό στρατιώτη της.
Τό Ἔθνος τόν ἀλύγιστο πατριώτη του.
Ὁ πατήρ Ἰωακείμ ἀνοίγει τά στήθη του καί φωνάζει δυνατά:
-Χτυπᾶτε! Εἶμαι Ἕλληνας παπάς.
Πεθαίνω γιά τόν Χριστό καί γιά τήν Πατρίδα!
Τί κι ἄν οι Γερμανοί στρατιῶτες
τοῦ ἐκτελεστικοῦ ἀποσπάσματος
παίζουν φούτ-μπώλ μέ τό καλυμμαύχι του;
ὁ π. Ἰωακείμ ἀπόγονος Ὀρθοδόξων ἱερέων μαρτύρων,
πετᾶ στοῦ Οὐρανοῦ τά φωτοπάλατα,
προσευχόμενος γιά τή γλυκύτατη Πατρίδα.
Ἦταν εὐλαβικός καί πύρινος, παπάς Ἕλληνας!
Tο βιβλίο αναφέρεται διεξοδικά στο μυστήριο του θανάτου, στην αθανασία της ψυχής, στον Παράδεισο, την Κόλαση και σε κάθε σχετικό ερώτημα που μπορεί να γεννηθεί σε κάποιον.
Ξεκινώντας από την εξήγηση της φύσης του ανθρώπου, ο συγγραφέας εξηγεί το λόγο ύπαρξης του θανάτου στη ζωή μας και δίνει σταδιακά απαντήσεις σε κάθε ερώτημα που προκύπτει. Με αυτόν τον τρόπο, το κείμενο έχει μια λογική αλληλουχία που βοηθάει τον αναγνώστη στο να μπορεί να παρακολουθήσει τη ροή των σκέψεων του συγγραφέα. Επιπλέον το γεγονός ότι το βιβλίο είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, κάνει τη μελέτη του πιο εύκολη.












