Μάχη της Κρήτης (20-31 Μαΐου 1941)
Τόσο οι Γερμανοί όσο και οι Άγγλοι είχαν αντιληφθεί τη στρατηγική σημασία του νησιού. Η κατάκτησή της από τους Γερμανούς θα τους έδινε τη δυνατότητα να διώξουν από το Αιγαίο το ισχυρό Βρετανικό Ναυτικό και να προσβάλουν αεροπορικώς τη Μέση Ανατολή. Η κατοχή της από τους Άγγλους θα τους επέτρεπε να διατηρήσουν την υπεροχή τους στο Αιγαίο και σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Για τους λόγους αυτούς η Κρήτη περιλαμβανόταν ενεργά στα σχέδια και των δύο αντιπάλων.

Πριν την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου, την Κρήτη υπεράσπιζε η 5η Ελληνική Μεραρχία. Με την έναρξη του πολέμου υλοποιήθηκε και στην Κρήτη η απαραίτητη επιστράτευση με μεγάλο ενθουσιασμό. Λίγες μέρες αργότερα, και αφού η Ελληνική Κυβέρνηση διαβεβαιώθηκε από την Αγγλία ότι θα αναλάμβανε αυτή την άμυνα του νησιού, η 5η Μεραρχία με τους 22.000 άνδρες της μεταφέρεται στην ηπειρωτική Ελλάδα, για να συνδράμει εκεί τον αγώνα.
Οι Άγγλοι, από ολιγωρία, αλλά και λόγω των προβλημάτων που αντιμετώπιζαν στο μέτωπο της Μέσης Ανατολής, μπόρεσαν να στείλουν μόνο μικρές δυνάμεις στην Κρήτη, με φτωχό εξοπλισμό. Κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών, λίγα οχυρωματικά έργα δυστυχώς επιτελέστηκαν…
Από τα τέλη Απριλίου 1941 άρχισαν να φτάνουν στο νησί σημαντικές συμμαχικές δυνάμεις προκειμένου να αποφύγουν την αιχμαλωσία από τους Γερμανούς. Όχι μόνο δεν μπόρεσαν να πάρουν μαζί τους οχήματα και βαρέα όπλα, αλλά σε πολλούς άνδρες είχε απαγορευτεί να πάρουν μαζί τους και το ατομικό τους όπλο προκειμένου να χωρέσουν περισσότεροι πάνω στα πλοία. Να σημειωθεί ότι οι περισσότερες μετακινήσεις έγιναν όχι με εμπορικά, αλλά με πολεμικά πλοία, τα οποία είχαν βέβαια μικρότερους διαθέσιμους χώρους, αλλά μπορούσαν, με τη μεγαλύτερη ταχύτητά τους, να ολοκληρώσουν τη μεταφορά μέσα σε μια νύχτα, ώστε να αποφύγουν τον αεροπορικό βομβαρδισμό κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Κάτω από αυτή την πίεση, προτεραιότητα διαφυγής δόθηκε μόνο στα συμμαχικά στρατεύματα, με αποτέλεσμα οι Έλληνες μαχητές του μετώπου, και μάλιστα οι Κρητικοί, να μην μπορέσουν να λάβουν μέρος στη μάχη της Κρήτης. Όσοι Έλληνες συμμετείχαν, αποτελούσαν κυρίως μονάδες νεοσυλλέκτων που είχαν μεταφερθεί πολύ νωρίτερα από την Πελοπόννησο, όπως και άνδρες εθελοντές που είχαν μείνει στην Κρήτη, επειδή ξεπερνούσαν τα επιτρεπτά όρια ηλικίας για επιστράτευση. Οι περισσότεροι Έλληνες δυστυχώς δε διέθεταν σύγχρονα ή έστω παλαιότερα όπλα.

Το γεγονός αυτό οφείλεται και στην υπεροχή της Γερμανικής αεροπορίας, η οποία πέτυχε να βυθίσει πάνω από τα μισά εμπορικά πλοία που στάλθηκαν με εφόδια στην Κρήτη. Ο μη-εξοπλισμός πολλών Ελλήνων οφείλεται, όμως, και στη διστακτικότητα των Βρετανών, οι οποίοι δεν αντιλήφθηκαν τον σημαντικό ρόλο που θα μπορούσαν να παίξουν οι Έλληνες μαχητές. Τον ρόλο των ενόπλων χωρικών υποτίμησαν πολύ περισσότερο οι Γερμανοί στρατηγοί, με αποτέλεσμα τον πλήρη αιφνιδιασμό τους.
Διοικητής των Ελληνοβρετανικών δυνάμεων ορίστηκε στις 30 Απριλίου ο γενναίος Νεοζηλανδός στρατηγός, Μπέρναρντ Φράυμπεργκ, διοικητής μέχρι τότε στην Ελλάδα της Νεοζηλανδικής Μεραρχίας. Ο στρατηγός, σε συνεργασία με τους άλλους Βρετανούς και Έλληνες επιτελείς, προσπάθησε να κάνει μέσα στις επόμενες λίγες μέρες ό,τι δεν είχε γίνει δυστυχώς τους προηγούμενους μήνες.
Κατένειμε τις διαθέσιμες δυνάμεις κατά μήκος όλης της Κρήτης, δίνοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στα λιμάνια και στα αεροδρόμια, τα οποία δεν έπρεπε να καταληφθούν από τον εχθρό, ώστε να μην έρθουν ενισχύσεις. Προχώρησε σε οχυρώσεις και παρέταξε στις βόρειες ακτές τα λιγοστά παράκτια και αντιαεροπορικά πυροβόλα που τελικά έφτασαν από τη Μέση Ανατολή. Μοίρασε, τέλος, όσα τουφέκια και πυρομαχικά διαφόρων τύπων έφθασαν στο νησί.
Αξίζει να σημειωθούν δύο γεγονότα:
α) η Βρετανική Υπηρεσία Πληροφοριών κατάφερε, μετά από προσπάθειες μηνών, να «σπάσει» τον γερμανικό κώδικα ασυρμάτου επικοινωνίας. Μέσω υποκλοπών, πληροφορήθηκε ο Νεοζηλανδός στρατηγός όχι μόνο το ύψος των γερμανικών δυνάμεων που θα επιτίθονταν, αλλά και το ακριβές σχέδιό τους. Του απαγορεύτηκε, όμως, προκειμένου να μην αντιληφθούν οι Γερμανοί το «σπάσιμο» του κώδικά τους, όχι μόνο να κοινοποιήσει αυτές τις πληροφορίες σε άλλους, αλλά και να προβεί σε αντίστοιχη αναδιάταξη των δυνάμεών του. Είναι αλήθεια ότι αυτή την επιτυχία την αξιοποίησαν οι Σύμμαχοι πολλές φορές αργότερα χωρίς να το αντιληφθούν οι Γερμανοί. Η Βρετανία κράτησε μυστικό το γεγονός της αποκρυπτογράφησης του γερμανικού κώδικα μέχρι τη δεκαετία του 1970.

β) ο Μπέρναρντ Φράυμπεργκ ζήτησε να του επιτραπεί, από το στρατηγείο Μέσης Ανατολής, να ναρκοθετήσει τα αεροδρόμια προκειμένου να μη χρησιμοποιηθούν από τον εχθρό. Πήρε, όμως, αρνητική απάντηση με το σκεπτικό ότι οι Σύμμαχοι θα χρειάζονταν αργότερα τα αεροδρόμια. Τελικά, μέσω της κατάληψης ενός αεροδρομίου (του Μάλεμε), κατάφεραν οι Γερμανοί να καταλάβουν το νησί.
Με αυτές τις αδυναμίες, αλλά και με βελτιωμένο ηθικό, οι υπερασπιστές του νησιού ανήλθαν σε 11.000 Έλληνες και 31.000 Βρετανούς.
Όσον αφορά τους Γερμανούς, αποφάσισαν να επιτεθούν στην Κρήτη μετά την επιτυχία της εισβολής τους στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Σε περίπτωση επιτυχίας, θα ακολουθούσε επιχείρηση για κατάληψη της Μάλτας ή της Κύπρου, κάτι που δεν έγινε ποτέ, λόγω των βαριών απωλειών που υπέστησαν στην Κρήτη.
Για την Κρήτη διέθεσαν 10.000 από το επίλεκτο σώμα των αλεξιπτωτιστών, 7.000 επιπλέον στρατιώτες θα μεταφέρονταν με αποβατικά σκάφη και άλλοι 6.000 θα μεταφέρονταν αεροπορικώς στα καταληφθέντα αεροδρόμια. Συνολικά 23.000 άνδρες με την υποστήριξη του τρομακτικού αριθμού των 1.400 αεροπλάνων, όλων των τύπων.
Ο κύριος όγκος των Γερμανικών δυνάμεων θα κατευθυνόταν δυτικά των Χανίων, στην περιοχή του αεροδρομίου «Μάλεμε» και γύρω από το χωριό Γαλατά. Ρίψη αλεξιπτωτιστών προβλεπόταν ακόμη να γίνει στην περιοχή του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου.
Η εξέλιξη της μάχης

Από τις 16 Απριλίου 1941, οι Γερμανοί ξεκίνησαν συστηματικές αναγνωρίσεις και βομβαρδισμούς για παρεμπόδιση των θαλασσίων Συμμαχικών μεταφορών. Κατόπιν, από τις 14 Μαΐου, άρχισαν σφοδροί βομβαρδισμοί του ίδιου του νησιού και ιδιαίτερα της Σούδας, που βρίσκεται ανατολικά των Χανίων. Από τους βομβαρδισμούς κάθε είδους στρατιωτικού στόχου δεν εξαιρέθηκαν οι ίδιες οι πόλεις, ακόμη και τα νοσοκομεία. Τα συμμαχικά πλοία μπορούσαν πλέον να προσεγγίσουν την Κρήτη μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι επρόκειτο για ταχύπλοα πολεμικά. Η Βρετανική αυτοκρατορία, λόγω της συντριπτικής ισχύος του αντιπάλου, απέφυγε την αναμέτρηση στον αέρα, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Έτσι, οι Γερμανοί παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της μάχης απόλυτοι κυρίαρχοι του αέρα.
Η επίθεση ξεκίνησε στις 7 το πρωί της Τρίτης 20 Μαΐου 1941. Προηγήθηκε ένας σεισμικός βομβαρδισμός και ακολούθησαν ρίψεις χιλιάδων αλεξιπτωτιστών και προσεγγίσεις ανεμοπλάνων δυτικά των Χανίων και κυρίως γύρω από το Μάλεμε. Το θέαμα ήταν πρωτοφανές για την υφήλιο. Πολλά από τα ανεμοπλάνα τσακίστηκαν κατά τη διάρκεια ανώμαλης προσγείωσης και σκοτώθηκαν οι επιβαίνοντες. Το ίδιο έπαθαν και αρκετοί αλεξιπτωτιστές. Άλλοι είχαν την ατυχία να πέσουν ακριβώς πάνω στις συμμαχικές θέσεις ή μπροστά σε ενόπλους χωρικούς και να εξολοθρευτούν αμέσως. Οι Γερμανοί δεν περίμεναν σε καμία περίπτωση τέτοια αντίδραση και οι απώλειές τους άρχισαν να γίνονται δυσβάστακτες. Αρκετές ομάδες αλεξιπτωτιστών, όμως, κατάφεραν να προσγειωθούν χωρίς αντίσταση και να φτιάξουν τους πρώτους επιθετικούς πυρήνες για την κατάληψη του αεροδρομίου του Μάλεμε. Η φύλαξη του αεροδρομίου είχε ανατεθεί σε ανεπαρκείς Νεοζηλανδικές δυνάμεις. Οι επιτιθέμενοι είχαν ισχυρό σύμμαχο τα πολεμικά αεροπλάνα που πετούσαν σε χαμηλό ύψος και πολυβολούσαν κάθε στόχο. Οι Σύμμαχοι δυστυχώς διέθεταν ανεπαρκή αντιαεροπορική άμυνα.
Οι Νεοζηλανδοί, παρά τις απώλειες που υπέστησαν από τους αλεξιπτωτιστές και την αεροπορία, κράτησαν τις θέσεις τους στο αεροδρόμιο και προκάλεσαν πολλές απώλειες στους Γερμανούς. Δυστυχώς, οι περισσότερες συμμαχικές δυνάμεις υπεράσπιζαν την περιοχή Χανίων-Σούδας. Θα έπρεπε, βέβαια, να είχαν κινηθεί προς ενίσχυση των δυνάμεων του αεροδρομίου, αλλά δε γνώριζαν έγκαιρα την εκεί πίεση, λόγω σοβαρών προβλημάτων στην επικοινωνία, ενσύρματη και ασύρματη. Εξάλλου, οι διασκορπισμένοι επιζώντες αλεξιπτωτιστές φρόντιζαν να κρατούν παντού απασχολημένες τις συμμαχικές δυνάμεις. Αυτή η ολιγωρία των Συμμάχων, σε συνδυασμό με την εσφαλμένη πεποίθηση του διοικητή των δυνάμεων του αεροδρομίου ότι δε θα άντεχαν την επόμενη ημέρα νέες επιθέσεις των αλεξιπτωτιστών και των γερμανικών αεροπλάνων, οδήγησε στη μοιραία απόφαση της υποχώρησης από τον δεσπόζοντα του αεροδρομίου λόφο ύψους 107 μέτρων κατά τη διάρκεια της πρώτης νύχτας 20 προς 21 Μαΐου!

Όσον αφορά τους αλεξιπτωτιστές, ένιωθαν ήδη εξαντλημένοι και φοβόντουσαν από την αρχή Συμμαχική αντεπίθεση από τον λόφο 107 με σκοπό την ανατροπή τους. Η οπισθοχώρηση των Συμμάχων, όμως, από τον λόφο αποτέλεσε το πρωί της 21ης Μαΐου ανέλπιστη έκπληξη! Έκτοτε, ο Γερμανός διοικητής Στούντεντ, βλέποντας τη δύσκολη θέση στην οποία είχαν περιέλθει όλα τα τμήματά του την πρώτη ημέρα, αποφάσισε έξυπνα να αφήσει τα υπόλοιπα τμήματα στην τύχη τους και να προσγειώσει όλες του τις εφεδρείες στο αεροδρόμιο του Μάλεμε. Οι ριψοκίνδυνες αυτές προσγειώσεις επετεύχθησαν παρά τον Συμμαχικό βομβαρδισμό του αεροδρομίου.
Είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της δεύτερης νύχτας (21 προς 22 Μαΐου) οι Γερμανοί επιχείρησαν να αποβιβάσουν δυνάμεις τους στη περιοχή των Χανίων και του Ηρακλείου με τη βοήθεια καϊκιών. Ο κυρίαρχος Βρετανικός στόλος εντόπισε, όμως, νότια των Κυκλάδων την νηοπομπή και τη βύθισε, προκαλώντας ενδεχομένως απώλειες 4.000 Γερμανών στρατιωτών. Από το επόμενο πρωί και σε αντίποινα, η Γερμανική αεροπορία εξαπέλυσε ανελέητη επίθεση κατά των Βρετανικών πολεμικών πλοίων, καταφέρνοντας να βυθίσει αρκετά από αυτά και υποχρεώνοντας τον υπόλοιπο στόλο σε αναδίπλωση.
Η μόνη διέξοδος για τις γερμανικές ενισχύσεις μένει πλέον το αεροδρόμιο του Μάλεμε. Η Συμμαχική αντεπίθεση, που εξαπολύθηκε με καθυστέρηση την 3η μέρα (22 Μαΐου), απέτυχε. Οι Γερμανοί, με σημαντικές ενισχύσεις σε άντρες και εξοπλισμό, παίρνουν πλέον την οριστική πρωτοβουλία από την 4η μέρα (23 Μαΐου) και προωθούνται σταδιακά προς Χανιά, Ρέθυμνο και Ηράκλειο.

Οι Σύμμαχοι, μη έχοντας δυνατότητες ουσιαστικής αντεπίθεσης και φοβούμενοι το ενδεχόμενο αιχμαλωσίας τους, αποφασίζουν και υλοποιούν κατά τις επόμενες μέρες σύμπτυξη. Τη νύχτα της 26ης προς 27ης Μαΐου καταπλέουν στη Σούδα Βρετανικά πολεμικά, αποβιβάζουν μονάδες καταδρομών και παραλαμβάνουν τραυματίες. Με τους καταδρομείς και τους Έλληνες μαχητές ως οπισθοφυλακή, το μεγαλύτερο μέρος των Αγγλικών δυνάμεων κατευθύνεται νότια, με επίπονη πορεία μέσω κακοτράχαλων βουνών, προς τα Σφακιά. Από εκεί, και κάθε νύχτα μέχρι την 31η Μαΐου προς 1η Ιουνίου, το μεγαλύτερο μέρος θα παραληφθεί από Βρετανικά πολεμικά πλοία με κατεύθυνση την Αίγυπτο.
Οι Γερμανοί δεν έχουν αντιληφθεί ότι η υποχώρηση των Βρετανών γίνεται νότια προς τα Σφακιά και όχι ανατολικά προς το Ρέθυμνο. Όταν τελικά φθάνουν αργότερα στα Σφακιά, συλλαμβάνουν αιχμαλώτους όσους δεν κατάφεραν να παραλάβουν τα πλοία κάτω από τέτοιες δραματικές συνθήκες.
Παρ’ όλα αυτά, αρκετοί Σύμμαχοι προτιμούν να αποφύγουν την αιχμαλωσία και τη μεταφορά τους σε απάνθρωπα στρατόπεδα συγκέντρωσης σε χώρες του «Άξονα». Παρά τις τρομερές δυσκολίες και χάρη στη ριψοκίνδυνη βοήθεια των Κρητικών χωρικών, που αργότερα θα πληρώσουν ακριβά τη συμπαράσταση στους Συμμάχους, κρύβονται σε χωριά και φυγαδεύονται αργότερα κατά δεκάδες, με καΐκια και υποβρύχια, στη Μέση Ανατολή. Από αυτούς τους Συμμάχους και τους γενναίους Κρητικούς σχηματίστηκαν άμεσα οι πρώτοι πυρήνες αντίστασης κατά των Γερμανών. Η αντίσταση αυτή πέτυχε πολλές δολιοφθορές, συγκέντρωσε πληροφορίες πολύτιμες, φυγάδευσε Συμμάχους και υποχρέωσε τη Γερμανία να κρατά σημαντικές δυνάμεις στο νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής.
Όσον αφορά τους υπόλοιπους τομείς της Μάχης, έχουμε τα εξής: στο Ρέθυμνο διαλύθηκαν γρήγορα οι αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι περιήλθαν έτσι σε δεινή θέση, μέχρι να ελευθερωθούν τελικά από τους Γερμανούς που έφθασαν από τα Χανιά. Δε διατέθηκαν δυστυχώς πλοία για την παραλαβή των Συμμάχων και έτσι αυτοί, στην πλειοψηφία τους, παραδόθηκαν τελικά στους προελαύνοντες Γερμανούς. Εξίσου επιτυχημένη ήταν η αντίσταση στο Ηράκλειο. Εδώ, όμως, όλες οι Συμμαχικές δυνάμεις παρελήφθησαν έγκαιρα από πλοία τη νύχτα της 28ης προς 29η Μαΐου. Να σημειωθεί ότι όσα τμήματα Ελληνικών δυνάμεων συνελήφθησαν, αφέθηκαν κατόπιν ελεύθερα, σύμφωνα με εντολή του Χίτλερ, όπως ακριβώς και στην ηπειρωτική Ελλάδα, λόγω της αποδειχθείσας γενναιότητάς τους. Δυστυχώς, η ίδια αντιμετώπιση δεν υπήρχε για τον Κρητικό λαό, ο οποίος γνώρισε σκληρά την εκδίκηση των Ναζί, για τις πολύ μεγάλες απώλειες που υπέστησαν από την αυθόρμητη παλλαϊκή αντίσταση.
Επίλογος

Από τα παραπάνω αντιλαμβανόμαστε τη μεγάλη σημασία της Μάχης της Κρήτης. Πρόκειται για μία «πύρρειο» νίκη των Γερμανών στην προσπάθειά τους να κατακτήσουν ένα στρατηγικό τμήμα της Μεσογείου. Λόγω των μεγάλων απωλειών και των δυσάρεστων αναμνήσεων αυτής της αεραπόβασης, οι Γερμανοί δεν ξανατόλμησαν κάτι ανάλογο και μετέτρεψαν στη συνέχεια τους αλεξιπτωτιστές σε επίλεκτο τμήμα πεζικού. Εννοείται, βέβαια, ότι ακύρωσαν τα σχέδιά τους για αεραπόβαση στη Μάλτα, στην Κύπρο και σε άλλα σημεία της Μεσογείου. Και, βέβαια, η αντίσταση της Ελλάδας καθυστέρησε σημαντικά και καθοριστικά τη Σοβιετική εκστρατεία. Εξάλλου, μεγάλης σημασίας αποδείχθηκαν τα δίκτυα κατασκοπείας και οι δολιοφθορές που οργάνωσαν οι Σύμμαχοι με τη συνεργασία των Κρητικών.
Οι Έλληνες απέδειξαν για άλλη μια φορά ότι αγαπούν την ελευθερία της πατρίδας τους και είναι έτοιμοι να θυσιαστούν γι’ αυτήν. Οι ένδοξες σελίδες της ιστορίας, που γράφτηκαν εκείνες τις μέρες του 1941, αξίζει να χαραχτούν στην καρδιά μας και να αξιοποιηθούν όχι μόνο σε ενδεχόμενο πολέμου, αλλά κυρίως κατά τη διάρκεια της ειρήνης!
