loader image

Και ξυπνήσανε ήρωες

Βρίσκομαι σε ένα καλυβόσπιτο μικρού χωριού, σκαρφαλωμένου στην πλησιέστερη πλαγιά του φοβερού βουνού, όπου τα παλικάρια μας σα­ρώνουν αμείλικτα τον εχθρό. Έξω μαίνεται τριπλή θύελλα, του ανέμου, της βροχής και των ομοβροντιών του εχθρικού πυροβολικού. Κάθε φορά που ο άνεμος παύει να μουγκρίζει, η βροχή μαστιγώνει χωρίς έλεος τη στέγη και, όταν η βροχή κοπάζει κάπως, αρχίζουν οι ομοβροντίες…

Βρισκόμαστε γύρω από το τζάκι και συζητούμε για όλα τα πράγματα του κόσμου, όταν, αργά μέσα στη νύχτα, ακούμε να βροντάει η πόρτα. Κάποιος χτυπά!

Ένας δικός μας σπεύδει να ανοίξει και, μέσα στον καταρράκτη της βρο­χής, διακρίνουμε έναν φαντάρο που μόλις στέκεται στα πόδια του.

– Έμπα γρήγορα! του φωνάζουμε.

Κι εκείνος, βρεγμένος ως το κόκαλο, έρχεται κατάκοπος και πέφτει βα­ρύς δίπλα μας, κοντά στη φωτιά…


Σε λίγο έχει συνέλθει αρκετά, για να μας πει με λίγα λόγια πώς έφθασε έως εδώ. Πολεμούσε στη γραμμή, αλλά είχε κι έναν αδελφό στον γειτο­νικό λόχο και ο αδελφός αυτός έτυχε εκείνο το πρωί να τραυματιστεί βα­ριά στη μάχη. Δυο-τρεις συνάδελφοί του τον είχαν μεταφέρει πρόχειρα σε μία σπηλιά, με χτυπημένα και τα δύο του πόδια. Αλλά η περιοχή εκείνη άρχισε αργότερα να βάλλεται από το εχθρικό πυρο­βολικό και οι τραυματιοφο­ρείς ήταν αδύνα­τον να τον πά­ρουν από εκεί, για να τον με­ταφέρουν στο ορεινό χειρουργείο.

Ο αδελφός του πληροφορήθηκε το πρά­γμα αργότερα, αλλά οπωσδήπο­τε ζήτησε αμέ­σως άδεια από τον λοχαγό του και έσπευσε τρέ­χοντας προς τη σπηλιά. Καθώς πλησιάζει, βλέ­πει το μέρος να καίγεται κυριο­λεκτικά από τα εχθρικά βλήμα­τα, αλλά μπορεί κανείς να σκέπτεται σε τέτοιες περιστάσεις;
Ο καλός αδελφός σταματάει προς στιγμήν, κά­νει το σημείο του σταυρού και δέεται στην Παναγιά της Τήνου:

–  Βοήθησε με, Μεγαλόχαρη! Και χωρίς άλλο δισταγμό, διασχί­ζει τη βαλλόμενη περιοχή, παίρνει τον αδελφό του στην πλάτη του και κάτω από τη βροχή των εχθρικών βλημά­των, τον μεταφέρει έξω από την «πυρίκαυστη» ζώνη. Από εκεί κι έπειτα, φορτωμένος πάντοτε με το αδελφικό φορτίο, κατεβάζει τον τραυματία – τέσσερις ώρες πορεία – στο ορεινό χειρουργείο, στο χω­ριουδάκι ακρι­βώς όπου βρι­σκόμαστε κι ε­μείς!…

– Τώρα πια είμαι ήσυχος… μας λέει. Οι γιατροί θα κά­νουν ό,τι μπο­ρούν.

Μας ζητάει ακόμη λίγο νε­ρό και χωρίς να χάσει άλλα λό­για γέρνει στο δεξί πλευρό. Σε λίγο τον έχει πάρει βαθύτα­τος ύπνος, ο ύ­πνος του κου­ρασμένου…

Κοιμήθηκε ο αδελφός σαν άνθρω­πος, για να ξυπνήσει σε λίγο πάλι ο ήρωας.

 

Προς την Νίκην, Οκτώβριος 2006