loader image

Κολοκοτρώνης

Μια από τις πιο αγνές μορφές του ’21 είναι ο Κολοκοτρώνης, ο γνωστός σε όλους μας Γέρος του Μοριά. Άνθρωπος πιστός, συγχωρητικός, προσπαθούσε να δώσει κουράγιο με τα λόγια του στούς Έλληνες όταν τους καταλάμβανε ο φόβος των Τούρκων, για να συνεχίσουν τον αγώνα τους. 

Άλλοτε πάλι πάλευε να μας κρατήσει μονιασμένους, γιατί μόνο ενωμένοι θα τα καταφέρναμε. Ο ίδιος άφησε τα αξιώματα του αγγλικού στρατού και ήρθε να πολεμήσει για την πατρίδα, την οποία τόσο αγαπούσε. Πέρασε μια ζωή έξω από το Μοριά που ήταν η πατρίδα του, λίγο πριν το ξεκίνημα ήρθε να αναλάβει την αρχιστρατηγία στην Πελοπόννησο, καθώς είχε μεγάλη πείρα από τα στρατιωτικά, έχοντας γίνει αξιωματικός του Αγγλικού αποικιακού στρατού στη Ζάκυνθο για χρόνια. Η αγάπη του για τον αγώνα ήταν απέραντη, η Πίστη του επίσης και η ζωή του έδειχνε ότι όλα αυτά δεν ήταν μόνο στα λόγια.

 

H πίστη του Κολοκοτρώνη

«Μια φορά», διηγείται ο ίδιος, «πήγα στο πανηγύρι της Αγίας Μονής. Αυτό το Μοναστήρι ήταν μεγάλο και χαλάστηκε στην πρώτη Τουρκιά, το 1769. Όταν πέρασα, ήταν μια μάνδρα χαλασμένη και σκεπασμένη η εκκλησία με κλάδους δέντρων. Τότε έταξα: «Παναγία μου, βοήθησέ μας να ελευθερώσουμε την πατρίδα μας από τον Τύραννο και να σε φκειάσω καθώς και ήσουν πρώτα». Και συνεχίζει: «Με εβοήθησε, και στο δεύτερο χρόνο της επαναστάσεως εκπλήρωσα το τάμα μου και την έφκειασα».

Κάπου αλλού πάλι αναφέρει. «Μη φοβάστε, ωρέ Έλληνες! Η νίκη είναι δική μας. Ο Θεός υπέγραψε την ελευθερία της πατρίδος, και δεν παίνρει πίσω την υπογραφή Του».

Η προσευχή του στην Παναγία

Ο Κολοκοτρώνης πρωτοπάτησε το πόδι του στη Μάνη, όταν άρχισε η Επανάσταση. Από ‘κει τράβηξε με Μανιάτες και Μεσσήνιους στην Τριπολιτσά, με σκοπό να την πολιορκήσει. Στο δρόμο, με το πρώτο τουφέκι που κάνανε με τους Τούρκους, ο κόσμος άμαχος και άπειρος, φοβήθηκε και σκόρπισε. Οι άλλοι καπεταναίοι είπανε στον Κολοκοτρώνη: «Τι να κάνουμε εδώ; Να πάμε στην περιοχή του Λονταριού να δούμε τι γίνεται και κείνος ο κόσμος». «Εγώ δεν πάω πουθενά!» είπε ο Κολοκοτρώνης. «Αν θέλετε σεις τραβάτε. Εγώ θα μείνω εδώ, να με φάνε τα πουλιά της πατρίδας μου, που με ξέρουνε». Κάθισε λίγο συλλογισμένος και μετά μπήκε σε μια εκκλησία της Παναγιάς, κοντά στο δρόμο και προσευχήθηκε. «Παναγία μου», διηγήθηκε ότι είπε, «βόηθα τους χριστιανούς να κάνουνε καρδιά να πολεμήσουν!». Κι η Παναγιά τον άκουσε και βοήθησε…

 

17

 

Το σημείο του σταυρού

Όταν πήγε να καταλάβει το κάστρο του Ακροκόρινθου από τους Τούρκους του Δράμαλη στα 1822, οι Τούρκοι, κάνοντας τις απαραίτητες συνεννοήσεις για την παράδοση, μόνο σ’ αυτόν είχαν εμπιστοσύνη να παραδοθούν. Κάποιος ψίθυρος όμως έτρεχε στον ελληνικό στρατό, πως τάχα θα τους χτυπούσαν οι περικυκλωμένοι Τούρκοι τη στιγμή της παράδοσής τους. Ο στρατηγός τότε τράβηξε μπρος με το ραβδί του, έκανε το σημείο του σταυρού στην πόρτα του κάστρου και φώναξε: «Εμπάτε τώρα Έλληνες». Κι εκείνοι πήρανε κουράγιο.

 

Η αληθινή λευτεριά

Κάποια στιγμή ο Κολοκοτρώνης χρειάστηκε να ταξιδέψει με πλοίο της εποχής για να περάσει στην Πελοπόννησο. Περιμένοντας στο κατάστρωμα, του ήρθε επιθυμία να καπνίσει την πίπα του αλλά ψάχνοντας τις αποσκευές του είδε ότι δεν είχε καπνό. Στεναχωρέθηκε όταν δε βρήκε και άρχισε, όπως κάνουν καμία φορά οι καπνιστές, να ξύνει τα τοιχώματα με ένα μικρό σουγιά ώστε να βγάλει τα λίγα καμένα υπολείμματα και να μπορέσει έστω κα για λίγο να καπνίσει. Όταν κατάλαβε ότι η μανία να καπνίσει τον έκανε να ασχολείται τόση ώρα με το σουγιά, πέταξε νευριασμένος την πίπα στην άκρη και είπε: «Όρσε μωρέ άνθρωπος που θέλει να ελευθερώσει την πατρίδα του από τη σκλαβιά και δεν μπορεί να ελευτερωθεί από ένα τόσο ασήμαντο πάθος…»

 

Η επανάσταση έργο όλων των Ελλήνων

Όταν αποφασήσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «Πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», αλλά, ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

 19

Σεβασμός στους νεκρούς πολίτες

Για τη μάχη του Βαλτετσίου (1821) διηγείται: «Δώδεκα-δεκατρείς Μαΐου ήταν. Είκοσι τρεις ώρες βάσταξε ο πόλεμος. Εκείνη την ημέρα ήταν Παρασκευή και έβαλα λόγο ότι πρέπει να νηστέψουμε όλοι για δοξολογία εκείνης της ημέρας και να δοξάζεται εις αιώνας αιώνων όσο στέκει το Έθνος, γιατί αυτή ήταν η ελευθερία της Πατρίδας». Μετά από αυτή τη μάχη οι Έλληνες βρήκαν τα πτώματα δύο συντρόφων τους κομματιασμένα από τους Τούρκους. Το θέαμα ήταν φριχτό και οι Έλληνες, αμάθητοι ακόμα στα αίματα, δεν ήθελαν να τους σηκώσουν, για να τους θάψουν. «Κιτρινίσαμε από το φόβο μας», γράφει ο Φωτάκος, υπασπιστής και αργότερα απομνημονευματογράφος του Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος όμως, για να τους δώσει θάρρος, μάζεψε μόνος τα κομμάτια των νεκρών και φώναξε στους στρατιώτες:

– Αυτοί, μωρέ, είναι άγιοι, που σκοτωθήκανε για την πατρίδα. Αυτούς φοβάστε, τους αγίους;

Τα λόγια του Κολοκοτρώνη συγκίνησαν τους Έλληνες που έσπευσαν να θάψουν τους κατακρεουργημένους πολεμιστές.

 

Το φύσημα του Θεού

Κάποτε ένας γνωστός του επίσημος στρατιωτικός έστειλε έναν απεσταλμένο που του μήνυσε ότι πρέπει να σκοτώσει τον Αναγνώστη Δηλιγιάννη και να βγάλει από τη μέση το Ζαΐμη, αλλιώς το γένος, όπως έλεγε ο γνωστός, δε θα έβλεπε σωτηρία. «Ου να χαθεί», απάντησε στον απεσταλμένο ο Κολοκοτρώνης, εννοώντας το γνωστό του. «Θαρρεί πως είναι μύγες. Είναι άνθρωποι, έχουν κι αυτοί το φύσημα του Θεού».

 

Η προσπάθειά του να ενώσει τους Έλληνες

Στον εμφύλιο πόλεμο του 1824 ο Κολοκοτρώνης ήταν αντίπαλος της επίσημης κυβέρνησης μαζί με τους περισσότερους στρατιωτικούς του Μωριά. Βλέποντας όμως το μεγάλο κακό που γινότανε στην πατρίδα κι αφού σκοτώθηκε ο γιός του ο Πάνος, άλλαξε γνώμη και παραδόθηκε μόνος του στην κυβέρνηση. Τότε φυλακίστηκε στο μοναστήρι της Ύδρας. Όταν όμως ήλθε στην Ελλάδα ο Ιμπραήμ πασάς και η επανάσταση κινδύνεψε, ο λαός ξεσηκώθηκε για να τον ελευθερώσουν. Ήξεραν ότι ήταν ο πιο ικανός να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο. Όταν ελευθερώθηκε και βγήκε στο λιμάνι του Ναυπλίου, τον δέχτηκαν εχθροί και φίλοι με ακράτητη χαρά, τιμή, αγάπη και ατελείωτα «ζήτω». Τότε έγινε δοξολογία στον Αη Γιώργη. Μετά ο Κολοκοτρώνης είπε λίγα λόγια: «Πριν βγω έξω στο Ναύπλιο, έριξα στη θάλασσα τα πικρά τα περασμένα. Κάνετε και σεις το ίδιο! Στο δρόμο που περνούσαμε για να ‘ρθούμε στην εκκλησιά», είπε, «είδα να σκάβουν κάτι άνθρωποι. Ρώτησα και μου λένε πως σκάβουν για να βρουν κρυμμένο θησαυρό. Εκεί στο λάκκο μέσα ρίχτε και σεις τα μίση τα δικά σας. Έτσι θα βρεθεί και ο κρυμμένος θησαυρός»

 18


Δίνει κουράγιο στους Έλληνες

Πριν ξεκινήσει για τα Δερβενάκια (1822), όπου θα έδινε την ιστορική μάχη, λέει αυτά τα λόγια στα παλικάρια του: «Έλληνες, εσείς δεν είστε που για την αγάπη της πατρίδας και την πίστη του Χριστού σηκώσατε τα άρματα και τη σημαία του Σταυρού; Έλληνες! Και αυτούς θα τους νικήσουμε. Είναι θέλημα Θεού. Είναι κοντά μας και βοηθάει, γιατί πολεμάμε για την πίστη μας, για την πατρίδα μας, για τους γέρους γονιούς, για τα αδύνατα παιδιά μας, για τη ζωή μας, τη λευτεριά μας… Και όταν ο δίκαιος Θεός μάς βοηθάει, ποιος εχθρός μπορεί να μας κάνει καλά…;».

Μεγαλόκαρδος

Κάποτε κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου είδε κάτι στρατιώτες από το αντίθετο στρατόπεδο που να φοράνε τα όπλα του γιου του Πάνου, που τον είχανε σκοτώσει το 1824 έξω απ’ την Τρίπολη. Γύρισε πέρα το πρόσωπο και δάκρυσε: «Θε μου», είπε, «συχώρα τους φονιάδες του παιδιού μου…».

Συγχωρητικός

Κάποια στιγμή παρουσιάστηκε μπροστά στον Κολοκοτρώνη ο δολοφόνος του αδελφού του για να του ζητήσει μια χάρη. Τον είχαν βάλει οι Τούρκοι να κάνει το φονικό πριν το 1821. Ο Κολοκοτρώνης τον αναγνώρισε γιατί φορούσε την ολοστόλιστη κάπα του δολοφονημένου. Αναστέναξε, του έδωσε τελικά το λόγο να πει το αίτημά του. Επειδή ήταν και μεσημέρι τον κράτησε και για το γεύμα. Ήρθε κι άλλες φορές στο σπίτι του και κάθε φορά τον καλοδεχότανε και τον κρατούσε για δείπνο. Η μάνα του Κολοκοτρώνη δε βάστηξε βλέποντας το ρούχο του παιδιού της κι είπε στο στρατηγό με πόνο βαθύ: «Παιδί μου, στο τραπέζι μας βάζεις το φονιά του παιδιού μου;». «Σώπα μάνα!», είπε ο στρατηγός. «Αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο που κάνουμε του σκοτωμένου».

 

Η παρακαταθήκη του20

Λίγο μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας είπε κάποια πολύ όμορφα λόγια στα παιδιά του Γυμνασίου. «Σε σας μένει να φτιάξετε και να στολίσετε τον τόπο που εμείς ελευθερώσαμε. Και για να γίνει τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, τη θρησκεία και την φρόνιμον ελευθερία… Πρέπει να φυλάξετε την Πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν πιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπερ Πίστεως και έπειτα υπερ Πατρίδος».

 

Τέτοιοι ήταν οι άνθρωποι που πολέμησαν και ελευθέρωσαν την πατρίδα μας το 1821. Άνθρωποι απλοί, αγράμματοι – ίσως – οι περισσότεροι, με βαθιά πίστη, όμως, στον Θεό και απεριόριστη αγάπη προς την πατρίδα. Την πίστη τους αυτή και την αγάπη τους, καλούμαστε σήμερα να μιμηθούμε. Στέκουν αιώνια παραδείγματα, μας κοιτούν και περιμένουν από εμάς να φανούμε αντάξιοί τους. Ας μην τους απογοητεύσουμε…