loader image

Κύπρος – Από την αγγλοκρατία στην εξέγερση

1878 – 1955

Η Αγγλική κατοχή δεν κατορθώνει να δαμάσει το εθνικό αίσθημα των Κυπρίων και την επιθυμία τους για ένωση με την Ελλάδα, τη «Μητέρα Πατρίδα», όπως συχνά την αποκαλούν. Αντίθετα, η σκέψη ότι ο νέος κατακτητής είναι μία χώρα χριστιανική και δημοκρατική καλλιεργεί νέες προσδοκίες στον κυπριακό λαό.

To 1889 ο Αρχιεπίσκοπος Σοφρώνιος δηλώνει στο Λονδίνο ότι ο πληθυσμός του νησιού τολμά να αποβλέπει σε ένα ελληνικό μέλλον.

Το πρώτο κυβερνείο των Άγγλων (1878)

Το 1907 ο τότε Υφυπουργός Αποικιών της Μεγάλης Βρετανίας (και μετέπειτα πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου) Ουίνστον Τσώρτσιλ (Winston Churchill) επισκέπτεται την Κύπρο και δηλώνει: «Είναι απόλυτα φυσικό ο Κυπριακός λαός που είναι Ελληνικής καταγωγής να έχει σαν ιδανικό την ενσωμάτωσή του με την μητέρα πατρίδα του. Και είναι φυσικό να επιδιώκει με πάθος την πραγμάτωση αυτού του ιδανικού».

Κύπριοι εθελοντές βρίσκονται δίπλα στους Ελλαδίτες συμπατριώτες τους και στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), ενώ στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1918) κατατάσσονται στον βρετανικό στρατό και συμβάλλουν στη νίκη της Εγκάρδιας Συμμαχίας (Αντάντ: Αγγλία, Γαλλία, ΗΠΑ κλπ) κατά των Κεντρικών Δυνάμεων (Γερμανία, Αυστροουγγαρία κλπ).

Η Μεγάλη Βρετανία όμως, αντί να αναγνωρίσει την προσφορά τους και το δικαίωμα της Κύπρου για αυτοδιάθεση, την προσαρτά επίσημα κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ το 1925 την ανακηρύσσει Αποικία του Βρετανικού Στέμματος.

Η απογοήτευση του Ελληνοκυπρίων φαίνεται ξεκάθαρα το 1928, όταν απέχουν επιδεικτικά από τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό των 50 ετών της Αγγλοκρατίας, δείχνοντας έτσι τον πόθο τους για την ένωση.

 

Ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς

Η πρώτη μεγάλη και δυναμική όμως εκδήλωση του πόθου αυτού εκφράζεται τον Οκτώβριο του 1931, με την εξέγερση των Κυπρίων εναντίον των Άγγλων, τα λεγόμενα «Οκτωβριανά»[1], με αίτημα την ένωση με την Ελλάδα. Πρωτεργάτης της εξέγερσης είναι ο Μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς[2], ενώ σημαντικό ρόλο παίζει και ο πρόξενος της Ελλάδας στην Κύπρο, Αλέξης Κύρου[3]. Η εξέγερση τελικά αποτυγχάνει, ενώ και η ελληνική κυβέρνηση του Ελ. Βενιζέλου, η οποία επιθυμεί σε εκείνη τη φάση να διατηρήσει καλές σχέσεις με την Αγγλία, κρατά επιφυλακτική στάση και δεν την υποστηρίζει.

Η περίοδος 1933-1939 μένει στην ιστορία με το όνομα «Παλμεροκρατία», από το όνομα του νέου Άγγλου Διοικητή Ρίτσμοντ Πάλμερ (Richmond Palmer), ο οποίος κυβερνά με σκληρότητα και απαγορεύει οποιαδήποτε δραστηριότητα αναδεικνύει την ελληνική εθνική συνείδηση των Κυπρίων (έπαρση ελληνικής σημαίας, ανάκρουση εθνικού ύμνου, διδασκαλία ελληνικής ιστορίας, ανάρτηση εικόνων ηρώων της επανάστασης του 1821).

Όταν ξεσπά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1939-1945) και οι Ιταλοί μας κηρύσσουν τον πόλεμο στην Ελλάδα (28 Οκτωβρίου 1940), αρκετοί Κύπριοι φτάνουν στη χώρα μας με σκοπό να πολεμήσουν ως εθελοντές στο αλβανικό μέτωπο, ενώ πολλοί άλλοι, περίπου 37.000 (!), κατατάσσονται στις βρετανικές δυνάμεις για να πολεμήσουν κατά του Άξονα (Γερμανία, Ιταλία, Ιαπωνία).

 

 

Ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄

Μετά το νικηφόρο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου,  σε όλη την υφήλιο πνέει πλέον άνεμος ελευθερίας. Η Κύπρος, βλέποντας πολλές πρώην αποικίες της Αγγλίας και άλλων χωρών να απελευθερώνονται, αλλά και τα Δωδεκάνησα να ενώνονται με την Ελλάδα, αρχίζει να ελπίζει και στη δική της ελευθερία. Αυτός ο άσβεστος πόθος φαίνεται  ξεκάθαρα στο δημοψήφισμα που γίνεται τον Ιανουάριο του 1950 και στο οποίο το 95,7% των Ελληνοκυπρίων, οι οποίοι συμμετέχουν μαζικά στην ψηφοφορία, τάσσεται υπέρ της ένωσης του νησιού με την Ελλάδα. Την ίδια χρονιά (1950), πολιτικός ηγέτης (Εθνάρχης) της Κύπρου αναδεικνύεται ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Γ’[4], ο οποίος αναλαμβάνει να διαχειριστεί το θέμα της ένωσης.

O Μακάριος πιέζει για την παραπομπή του θέματος στον Ο.Η.Ε. (Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών), αλλά οι ελληνικές κυβερνήσεις είναι διαχρονικά επιφυλακτικές, προκειμένου να διατηρήσουν τις ισορροπίες με τους συμμάχους (Η.Π.Α., Μεγάλη Βρετανία). Τελικά η παραπομπή του θέματος στον Ο.Η.Ε. γίνεται το 1954, από την κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Παπάγο[5], παρά το γεγονός ότι ο τότε υπουργός εξωτερικών της Αγγλίας, Άντονυ Ήντεν (Antony Eden), του έχει δηλώσει ξεκάθαρα πως η Κύπρος «ουδέποτε» θα αποκτήσει την ελευθερία της από την Αγγλία. Τελικά η προσπάθεια αυτή δεν φέρνει καρπούς και η προσφυγή στον Ο.Η.Ε. απορρίπτεται τον Δεκέμβριο του 1954,  καθώς οι περισσότερες χώρες δεν είναι πρόθυμες να αντιταχθούν στη βούληση των ισχυρών για χάρη της Ελλάδας και της Κύπρου.

[1]Με τον όρο «Οκτωβριανά» έχει μείνει στην ιστορία η εξέγερση, η οποία πραγματοποιείται στην Κύπρο, τον Οκτώβριο του 1931, λόγω της άρνηση της Βρετανίας να πραγματοποιήσει ή ακόμη και να συζητήσει τον πόθο του κυπριακού λαού για ένωση με την Ελλάδα. Πρωτοστάτης της εξέγερσης είναι ο μητροπολίτης Κιτίου Νικόδημος Μυλωνάς, που παραιτείται στις 17 Οκτωβρίου από το Νομοθετικό Συμβούλιο και δημοσιεύει προκήρυξη εναντίον της βρετανικής κυριαρχίας και υπέρ της ενώσεως με την Ελλάδα.
Τις επόμενες ημέρες, σε ατμόσφαιρα μεγάλου ενθουσιασμού, γίνονται και άλλες ανάλογες εκδηλώσεις και στις 21 Οκτωβρίου ξεσπούν ταραχές στη Λευκωσία και σε άλλες περιοχές του νησιού. Υπάρχουν νεκροί και τραυματίες, ενώ επίσης πυρπολείται και το Κυβερνείο, δηλαδή το κτίριο που στεγάζει τη βρετανική διοίκηση. Οι Βρετανοί αντιδρούν με σκληρότητα στα επεισόδια, φυλακίζοντας διαδηλωτές και περιορίζοντας πολλές από τις ελευθερίες που είχαν παραχωρήσει στους Κυπρίους πριν από την εξέγερση.

[2] Νικόδημος Μυλωνάς (1889-1937) Ο κατά κόσμον Νεόφυτος Μυλωνάς γεννήθηκε στο χωριό Λιμνιά της Επαρχίας Αμμοχώστου το 1889. Στις 25 Μαρτίου 1917 χειροτονήθηκε στον Ιερό Ναό Παναγίας Φανερωμένης Λευκωσίας τιτουλάριος Επίσκοπος Σαλαμίνος. Στις 13 Ιουνίου 1918 εξελέγη Μητροπολίτης Κιτίου. Υπήρξε εκλεγμένο μέλος του Νομοθετικού Συμβουλίου της Κύπρου (1925-1931). Κατά τη διάρκεια της θητείας του, υπερασπίστηκε μαχητικά τα δικαιώματα των Κυπρίων απέναντι στην εξουσία των Βρετανών. Ήταν υπέρμαχος της ένωσης με την Ελλάδα και  ένας από τους πρωταγωνιστές των «Οκτωβριανών» του 1931.
Λόγω της συμμετοχής του στην εξέγερση, συνελήφθη από τους Βρετανούς και οδηγήθηκε στο Γιβραλτάρ, απ΄όπου μετέβη στο Λονδίνο και ακολούθως στο Παρίσι. Το 1934 μετέβη στα Ιεροσόλυμα, στο Μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, όπου και πέθανε, το 1937, με την πίκρα της ανεκπλήρωτης ένωσης με την Ελλάδα για τη σκλαβωμένη πατρίδα του.

[3] Αλέξης Κύρου (1901-1966) Ο Αλέξης Κύρου, κυπριακής καταγωγής, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους διπλωμάτες της της νεότερης Ελλάδας. Όταν ξέσπασαν τα «Οκτωβριανά» τελούσε χρέη προξένου της Ελλάδας στην Κύπρο. Από την θέση αυτή ενθάρρυνε την εξέγερση των Ελληνοκυπρίων κατά της βρετανικής διοίκησης.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υπήρξε μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Βαλκανική επιτροπή του ΟΗΕ, μόνιμος αντιπρόσωπος στον ΟΗΕ από το 1947 έως το 1953 και γενικός διευθυντής του Υπουργείου εξωτερικών της Ελλάδας από το 1954, ως μέλος της κυβέρνησης του πρωθυπουργού και πρώην στρατάρχη Αλεξάνδρου Παπάγου. Η κυριότερη του ενέργεια από την θέση αυτή είναι το γεγονός ότι συνέβαλε στο να πειστεί ο Παπάγος για την ανάγκη διεθνοποίησης του ζητήματος της Κύπρου, δηλαδή να τεθεί η αυτοδιάθεσή της προς ψήφιση στον ΟΗΕ.

[4] Μακάριος Γ’ (1913-1977) O κατά κόσμον Μιχαήλ Χριστοδούλου Μούσκος γεννήθηκε στο χωριό Πάνω Παναγιά της Πάφου το 1913. Χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, το 1946, και διακόνησε στον Ναό της Αγίας Παρασκευής στον Πειραιά.Το 1948, όταν βρισκόταν στις ΗΠΑ για περαιτέρω σπουδές, εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κιτίου και επέστρεψε από τις ΗΠΑ στην Κύπρο.
Μετά τον θάνατο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Β’, τo 1950, ο Μακάριος, σε ηλικία μόλις 37 ετών, εξελέγη νέος αρχιεπίσκοπος Κύπρου, ως Μακάριος Γ’. Από τη θέση αυτή, αγωνίστηκε για την Ένωση Κύπρου-Ελλάδας και τέθηκε επικεφαλής, ως «εθνάρχης», του αγώνα των Κυπρίων για αυτοδιάθεση (1955-1959). Στη συνέχεια, μετά την ανεξαρτησία της Κύπρου, το 1960,  διετέλεσε μέχρι το θάνατό του, με διαδοχικές επανεκλογές, πρώτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, με εξαίρεση ένα μικρό διάστημα μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Έτσι, ήταν ίσως ο μοναδικός σταθερός παράγοντας του κυπριακού ζητήματος και είχε την ευθύνη του χειρισμού του εκ μέρους της Κύπρου. Απεβίωσε, πικραμένος από τα άλυτα προβλήματα της τουρκικής εισβολής, στις 3 Αυγούστου του 1977, μετά από έμφραγμα μυοκαρδίου, σε ηλικία 64 ετών.

[5] Αλέξανδρος Παπάγος (1883-1955) Ο Αλέξανδρος Παπάγος ήταν ένας στρατιωτικός μεγάλων ικανοτήτων και πολύ σεβαστός στην ελληνική κοινή γνώμη. Έλαβε μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-1913) και στη Μικρασιατική εκστρατεία (1919-1922). Υπήρξε αρχιστράτηγος του ελληνικού στρατού στον ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-1941), καθώς και κατά την τελευταία περίοδο του ελληνικού εμφυλίου (1949) και αμέσως μετά, έως και το 1951. Για τη συνολική του προσφορά, του απονεμήθηκε ο τιμητικός τίτλος του «στρατάρχη». Το 1952 εξελέγη πρωθυπουργός με το κόμμα του ( Ελληνικός Συναγερμός) και παρέμεινε σε αυτό το αξίωμα μέχρι και το θάνατό του, στις 5 Οκτωβρίου 1955, μετά από πολύμηνη ασθένεια, κατά τη διάρκεια της οποίας δεν ήταν ουσιαστικά σε θέση να ασκήσει τα καθήκοντά του.