Μιχαήλ Καραολής και Ανδρέας Δημητρίου
Μιχαήλ Καραολής (1933-1956)
Γεννήθηκε στο Παλαιοχώρι της Πιτσιλιάς, στις 13 Φεβρουαρίου 1933. Ήταν απόφοιτος της Αγγλικής Σχολής Λευκωσίας, όπου σπούδασε με υποτροφία, καθώς ήταν από τους πρώτους μαθητές. Ονειρευόταν να σπουδάσει φυσικές επιστήμες. Του δόθηκε υποτροφία να σπουδάσει ιατρική, αλλά την απέρριψε, γιατί είχε ενταχθεί στην ΕΟΚΑ. Ο Μιχαήλ Καραολής είχε την τιμή να είναι ο «πρωτομάρτυρας της αγχόνης», ο πρώτος δηλαδή που απαγχονίστηκε από τους Βρετανούς, τα ξημερώματα της 10ης Μάϊου 1956, σε ηλικία 23 ετών.
Χαρακτηριστικά της πίστης του και της αγάπης του στην πατρίδα είναι τα γράμματα που έγραψε από τη φυλακή, αναμένοντας την εκτέλεσή του:
Προς τον θείο του:
«Με απόλυτον ψυχικήν γαλήνην σας απευθύνω τον λόγον του υστάτου αποχαιρετισμού. Ελπίζω ότι όλοι θα κρατήσουν την ψυχραιμίαν των και ότι το κουράγιο δεν θα λείψει… εμένα δεν πρέπει να με λυπάστε, διότι και εγώ δεν βλέπω να είμαι τόσο αξιόκλαυστος και εφ’όσον εγώ δεν βρίσκω λόγον για να κλαίω τον εαυτό μου, τότε ούτε και οι δικοί μου δεν πρέπει να με κλαιν. Αν είναι κάτι που με στενοχωρεί είναι ότι δεν τα κατάφερα να γίνω εκείνο που ήθελα για τους γέρους γονείς μου και τ’ αδέλφια μου. Ας είναι όμως… Ο Θεός ας είναι γι’ αυτούς και για όλους μας βοηθός και υπερασπιστής, κραταιός προστάτης και πονετικός Πατήρ».
Προς τον αδελφό του Ανδρέα:
«Αγαπητέ μου Ανδρέα,
Χαίρε. Επήρα τα συγκινητικά σου γράμματα…και εχάρηκα πολύ διότι που είδε να μου γράφεις ότι άρχισες να βλέπεις την ζωήν και τον εαυτόν σου από μιας άλλης σκοπιάς και ότι ανεκάλυψες μία γλυκαίαν και θεϊκήν δύναμιν να σε τραβά και να σε δένει προς τα θαυμαστά μεγαλεία του Θεού και να σε σπρώχνει προς τον δρόμον του…
Είμαι, αγαπητέ μου αδελφέ, πολύ στενοχωρημένος που θα σε λυπήσω με τα νέα μου, αλλά αφού ο Θεός μου επεφύλαξε το πικρόν τούτο ποτήριον «ου μη πίω αυτό;». Γεννηθήτω το θέλημα του Παντοδύναμου. Το εκτελεστικόν Συμβούλιον απεφάσισε ότι θα εκτελεσθώ. Η εκτέλεσις ωρίσθη δια την Πέμπτην (10-5-56)… Εάν ο Παντοκράτωρ Κύριος δεν ματαιώσει τα σχέδιά τους, τότε την ερχομένην Πέμπτην (…) θα ανέλθωμεν εις το φονικόν ικρίωμα, δια να υποστούμε το μαρτύριον που από τόσους μήνες δολίως εμελέτησαν άνδρες άδικοι και πονηρότατοι παρά πάσαν την γην. Ο Θεός όμως «ο ετάζων νεφρούς και καρδίας» (που γνωρίζει δηλαδή τι υπάρχει στην σκέψη και την καρδιά του καθενός) ας αποδώσει «εκάστω κατά την καρδίαν αυτού…».
Ανδρέας Δημητρίου (1934-1956)
Γεννήθηκε στο χωριό Άγιος Μάμας Λεμεσού στις 18 Σεπτεμβρίου 1934. Ήταν πέντε χρονών, όταν πέθανε ο πατέρας του. Αφού τελείωσε το Δημοτικό, παρακολούθησε νυχτερινά μαθήματα για τρία χρόνια στο Νυχτερινό Γυμνάσιο Αμμοχώστου.
Με την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ άφησε τη δουλειά του σε κατάστημα και κατάφερε να γίνει υπάλληλος στις στρατιωτικές αποθήκες Αμμοχώστου. Έγινε μέλος της ΕΟΚΑ και προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον αγώνα της. Κατά την διάρκεια μίας αποστολής του όμως, δυστυχώς συνελήφθη και μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, όπου και θα απαγχονιζόταν στις 10 Μάϊου 1956 μαζί με τον Μ. Καραολή.
Την παραμονή του θανάτου του πήγαν οι δικοί του να τον δουν. Η μάνα του σύρθηκε κλαίγοντας μέχρι το κελί του παιδιού της. Τότε ακούστηκε βροντερή η φωνή του Ανδρέα:
«Μην κλαίτε. Πεθαίνω για την Λευτεριά της Κύπρου μας!».
Στο διάστημα της μισής ώρας που δικαιούντο να τον δουν οι δικοί του, έξω από το κελί του, τους συμβούλευε:
«Να είσθε περήφανοι, γιατί πεθαίνω για την Ελλάδα!».
Το πρωί της επομένης ήταν και πάλι κοντά του. Τους παρηγορούσε και κανείς δεν φανταζόταν πως μπορούσαν να λέγονται τέτοια λόγια από άνθρωπο, που έβλεπε μπροστά του την κρεμάλα να τον περιμένει. Τα τελευταία του λόγια προς τους δικούς του ήταν:
«Η ώρα του θανάτου μου πλησιάζει. Θέλω να θυμάστε τα τελευταία μου λόγια. Το μόνο που λυπάμαι είναι, που δεν θα δω την Κύπρο μας ελεύθερη, όμως δεν με φοβίζει ο θάνατος, γιατί η ζωή είναι περιττή μέσα στη σκλαβιά. Ζήτω η λευτεριά! Γεια σας».
Τις τελευταίες του στιγμές στο κελί του τις πέρασε με τον ιερέα των φυλακών, από τον οποίο έλαβε την Θεία Κοινωνία. Έτσι, χωρίς φόβο, με χαμόγελο, ανέβηκε στην αγχόνη κατά τις 3.00 τα μεσάνυχτα.
