loader image

Στέλιος Μαυρομμάτης, Ανδρέας Παναγίδης και Μιχαήλ Κουτσόφτας

Στέλιος Μαυρομμάτης (1932-1956)
Γεννήθηκε στον Λάρνακα Λαπήθου στις 15 Νοεμβρίου 1932. Όταν δούλευε στο Βρετανικό αεροδρόμιο Λευκωσίας, κατηγορήθηκε από τους Βρετανούς πως πυροβόλησε εναντίον μελών της βρετανικής αεροπορίας και καταδικάστηκε σε θάνατο. Στην πραγματικότητα ήταν αθώος και οι Βρετανοί τον ενοχοποίησαν βάζοντας οι ίδιοι δύο σφαίρες στη βαλίτσα του, ενώ ερευνούσαν το σπίτι του.
Λίγο πριν την εκτέλεσή του, ένας Βρετανός στρατιώτης τον πλησίασε και του έδωσε το όπλο του και μερικές σφαίρες. Έπειτα έφυγε. Μετά από λίγο όμως ο στρατιώτης επέστρεψε και πήρε το όπλο του.
Όταν ο Μαυρομμάτης ρωτήθηκε τι συνέβη, απάντησε: «Χθες το βράδυ ο Άγγλος ήταν στη φρουρά των εκτελέσεων και είδε τους μελλοθανάτους, που οδηγούντο από το Διευθυντή και άλλους στα κελιά και τους μισεί, είπε, που σκοτώνουν τους νέους και προσφέρει το όπλο του σε μένα, ώστε μόλις έλθουν ο Διευθυντής των φυλακών και οι άλλοι, να τους πυροβολήσω. Εγώ αρνήθηκα.  Του είπα ότι εξομολογήθηκα και κοινώνησα και δεν θέλω να βάψω τα χέρια μου στο αίμα».
Ο Στέλιος Μαυρομάτης απαγχονίστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1956, μαζί με τον Ανδρέα Παναγίδη και τον Μιχαήλ Κουτσόφτα.

Ανδρέας Παναγίδης (1934-1956)
Ο Ανδρέας Παναγίδης γεννήθηκε στο Παληομέτοχο, ένα χωριό κοντά στο αεροδρόμιο της Λευκωσίας, το Νοέμβριο του 1934. Αν και αγαπούσε πολύ τα γράμματα, όταν τελείωσε το Δημοτικό, αναγκάστηκε να δουλέψει ως μαραγκός, λόγω των οικονομικών δυσκολιών της οικογένειάς του. Επίσης πολύ νέος παντρεύτηκε και απέκτησε τρία παιδιά. Αν και οικογενειάρχης, δε δίστασε  να ενταχθεί στην ΕΟΚΑ και να παλέψει για την ελευθερία της πατρίδας του.
Σε μία επιχείρηση, την οποία είχε αναλάβει από κοινού με το συναγωνιστή του Μιχαήλ Κουτσόφτα, συνελήφθησαν μαζί με άλλον έναν σύντροφό τους και μεταφέρθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας.
Όταν έγινε η δίκη τους, στην αίθουσα του δικαστηρίου, λίγο πριν ανακοινώσει ο δικαστής την θανατική καταδίκη, ο Παναγίδης φώναξε στην μητέρα του: «Ό,τι και να γίνει, μάνα, θέλω να γελάς».
Όταν ο δικαστής έδωσε την απόφαση της ποινής του απαγχονισμού, τότε ο Παναγίδης και ο Κουτσόφτας άρχισαν να τραγουδούν ένα πατριωτικό τραγούδι, που δόνησε την ατμόσφαιρα, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης.
«Γεια σας, λεβέντες μας», ακούσθηκε δυνατά μια φωνή μέσα στην αίθουσα. «Έξω οι Άγγλοι από την Κύπρο», άρχισε να φωνάζει το πλήθος. Τελικά οι δύο αγωνιστές, αλυσοδεμένοι, οδηγήθηκαν στις φυλακές τραγουδώντας.

Πολύ συγκινητική είναι η επιστολή του προς τη γυναίκα του και τα παιδιά του:
«Αξιολάτρευτά μου παιδιά, πολυαγαπημένη μου γυναίκα, χαίρετε!
(…) Ίσως όταν διαβάζετε αυτό το γράμμα μου, εγώ δεν θα υπάρχω ανάμεσα στους ζωντανούς. Λατρευτά μου παιδιά, σας αφήνω για πάντα στην τόσο νεαρή μου ηλικία.
Στα 22 μου χρόνια πεθαίνω για χάρη μιας μεγάλης ιδέας. Κάποτε η μάνα σας και ο θείος σας θα σας αναπτύξουν γιατί εκτελέστηκα. Σας εύχομαι, αγαπημένα μου παιδιά, να γίνητε καλοί Χριστιανοί και καλοί Έλληνες Κύπριοι. Ακολουθείστε πάντα το δρόμο της αρετής. Να είσθε πάντα βέβαιοι ότι σας αγάπησα τόσο θερμά με μια απέραντη πατρική αγάπη. Αλλά δυστυχώς σας αφήνω, χωρίς να σας δω να μεγαλώνετε, όπως το ονειρευόμουν…».

Μιχαήλ Κουτσόφτας (1934-1956)
Ο Μιχαήλ Κουτσόφτας, όπως και ο φίλος του Ανδρέας Παναγίδης,  γεννήθηκε στο Παλυομέτοχο, το Νοέμβριο του 1934. Ο Κουτσόφτας, επίσης από φτωχή οικογένεια, δε μπόρεσε να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Έτσι, όταν τελείωσε το Δημοτικό, εργάστηκε ως οικοδόμος.
Συνελήφθη, δικάστηκε και καταδικάστηκε μαζί με τον Παναγίδη. Από τη φυλακή, γράφει στη μητέρα του:

«Σεβαστή μου μητέρα, χαίρε!
Ελπίζω το γράμμα μου να σας βρη όλους καλά. Αγαπητή μου μητέρα, να είσαι βέβαιη για το δικό μας θάρρος και την ψυχραιμία. Έχουμε τις ελπίδες μας στον πανάγαθο Θεό και πιστεύουμε ότι θα βοηθήση και σας και μας. Να έχετε όλοι πίστη στον Άγιο Θεό, για να σας βοηθήση να σταθήτε σαν Ελληνίδες μητέρες. Μη λυπάστε γιατί θα με χάσετε. Με αφιερώνετε στην Πατρίδα. Μητέρα, πρέπει να είσαι περήφανη, γιατί είμαι κι εγώ ένα παιδί της Κύπρου, που δίνει το αίμα του για την ελευθερία. Προσεύχομαι στην Υπεραγία Θεοτόκο να σας δώση θάρρος και ψυχραιμία, γιατί κι Εκείνη έχασε το γιο της…».