loader image

  Γρηγόρης Αυξεντίου

Γρηγόρης Αυξεντίου (1928-1957)

Ο Γρηγόρης Αυξεντίου γεννήθηκε στις 22 Φεβρουαρίου του 1928 στο χωριό Λύση, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο. Αγαπούσε τη φιλολογία, αλλά ο πατριωτισμός του τον ώθησε να ακολουθήσει τελικά τη στρατιωτική τέχνη. Αν και δεν κατάφερε να εισαχθεί στη Σχολή Ευελπίδων, φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού, στην Κόρινθο και υπηρέτησε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Απολύθηκε από το Στρατό ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός Πεζικού και αργότερα επέστρεψε στην Κύπρο, το 1952, όπου εργάστηκε μαζί με τον πατέρα του και αρραβωνιάστηκε.

Στις 20 Ιανουαρίου 1955, έγινε η πρώτη συνάντηση του Αυξεντίου με τον Γρίβα που ήταν αρχηγός της Ε.Ο.Κ.Α., στον οποίο έδωσε τον λόγο της Στρατιωτικής του Τιμής, αντί του καθιερωμένου όρκου της Ε.Ο.Κ.Α. και έτσι μπήκε στον αγώνα κατά των Βρετανών.

Μελετούσε πάντα την Αγία Γραφή, την οποία διάβαζε και ερμήνευε και στους συναγωνιστές του, τους οποίους ενθάρρυνε συνεχώς, λέγοντας ότι έχουν τη βοήθεια του Θεού στο δίκαιο αγώνα τους και ότι θα νικήσουν.

Κατά τη διάρκεια του αγώνα, τέλεσε κρυφά και τον γάμο του, αλλά η νέα του οικογένεια δεν έγινε αφορμή για να εγκαταλείψει την πρώτη γραμμή. Το ίδιο βράδυ έφυγε ξανά για το πόστο του, ενώ την επομένη, η σύζυγος του, η οποία έφερε πλέον το τιμημένο όνομά του, πήγε στο σπίτι των πεθερικών της, όπου η οικογένεια την κράτησε σαν δικό της παιδί.

Στις 3 Μαρτίου του 1957, οι Βρετανοί, ύστερα από προδοσία, πληροφορήθηκαν πού βρισκόταν το κρησφύγετό του, σε μια σπηλιά κοντά στη Μονή Μαχαιρά. Περικύκλωσαν την περιοχή με αυτοκίνητα και ελικόπτερα. Ο Αυξεντίου ζήτησε από τους τέσσερεις συναγωνιστές του, οι οποίοι ήταν μαζί του, να παραδοθούν, ενώ ο ίδιος έμεινε μέσα για να πολεμήσει

Μετά από πολύωρη μάχη και αρκετούς νεκρούς Βρετανούς, έριξαν βενζίνη στο κρησφύγετο και τον έκαψαν ζωντανό. Το καμένο σώμα του θάφτηκε στις 4 Μαρτίου στις Κεντρικές Φυλακές Λευκωσίας, στα «Φυλακισμένα Μνήματα».

Σημειώνεται ότι πριν από την ταφή, ο εξίσου ηρωικός πατέρας του, Πιερής Αυξεντίου, πήγε στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο για να δει ο,τι είχε απομείνει από το απανθρακωμένο πτώμα του γιου του. Όταν βγήκε, ήταν τόσο χαρούμενος και χαμογελαστός, που ο άνθρωπος που τον συνόδευε, πίστεψε προς στιγμήν ότι άλλον έκαψαν οι Άγγλοι και ο Πιερής είχε καταλάβει ότι δεν ήταν ο γιος του. Μέσα στο αυτοκίνητο όμως, λίγο πιο πέρα, ο πατέρας του ήρωα άρχισε να κλαίει γοερά και μετά εξήγησε την προηγούμενη συμπεριφορά του στον έκπληκτο συνοδό του: «Να μη μας βλέπουν, γιε μου, οι σκύλοι (οι Άγγλοι δηλαδή) να κλαίμε». Αυτό ήταν το φρόνημα και η αξιοπρέπεια των ανθρώπων που έγραψαν μερικές από τις ηρωικότερες σελίδες της Ελληνικής Ιστορίας!

Στο σημείο της τελευταίας μάχης του Αυξεντίου έχει κτιστεί ένα μνημείο ενώ στο παρακείμενο μοναστήρι ανεγέρθηκε ένα πελώριο άγαλμα του. Πολλοί Έλληνες και ξένοι ποιητές εμπνεύστηκαν από τον αγώνα και το θάνατο του Γρηγόρη Αυξεντίου και έγραψαν ποιήματα προς τιμήν του, όπως ο Κύπριος Κώστας Μόντης (Τραγούδι για το μεγάλο Αδερφό μας) και ο Ελλαδίτης Γιάννης Ρίτσος (Ο Αποχαιρετισμός). Στην Κύπρο, όπου θεωρείται εθνικός ήρωας, τιμάται κάθε χρόνο με μνημόσυνο στη Μονή Μαχαιρά, σε ημερομηνία που πλησιάζει εκείνην του θανάτου του.