
Ώρα δύο τη νύχτα
Στα χέρια του κρατάει ένα κόκκινο τριαντάφυλλο και το προσέχει σαν πολύτιμο θησαυρό. Στην καρδιά του βαθιά κρύβεται η λαχτάρα κι η αγάπη. Αγάπη πολλή για τη Μητέρα του Θεού, για τη Μητέρα του. Τον συγκινούσε πολύ εκείνος ο λόγος του Χριστού στον αγαπημένο μαθητή. «Ἰδού ἡ μήτηρ σου». Θυμόταν πάντα τα λόγια του κατηχητή του, στο μάθημα του ανωτέρου, σαν ήταν πιο μικρός.
– Κανείς μην πει πως είναι ορφανός. Όλοι μας έχουμε μητέρα. Τη Μητέρα του Θεού, την Παναγία μας.
Τι κι αν χρόνια τώρα δε ζει η βιολογική του μητέρα, εκείνος έχει την Παναγία.
Η σειρά είναι μακριά, μα δεν τον νοιάζει. Αντίθετα του αρέσει, τον ικανοποιεί βαθιά αυτή η αγία αναμονή. Αναπολεί τα παιδικά του χρόνια. Το μυαλό τρέχει στα παιχνίδια, τους κύκλους, τις εκδρομές, τις γιορτές, τα μαθήματα, τις συζητήσεις. Θυμάται την αλλαγή, αρχικά της παρέας κι έπειτα τη δική του τραγική αλλαγή. Η παραβολή του Ασώτου σαν να ζωντανεύει μέσα του. Είναι κι αυτός ένας άσωτος που την τελευταία στιγμή, τον έσωσε η μνήμη της ζωής κοντά στον Πατέρα και τη Μητέρα. Γιατί πράγματι, όσο ήταν κοντά στην Εκκλησία και το Κατηχητικό, ζούσε την πίστη του χωρίς κρατούμενα. Το έχει αποφασίσει. Θα περιμένει και δυο και τρεις και επτά ώρες. Όσες χρειάζονται. Είναι κι άλλοι, είναι πολλοί, αμέτρητοι που περιμένουν μαζί του. Μια σειρά ατέλειωτη, ακίνητη, σιωπηλή. Ψιλοβρέχει. Πού και πού, ανοίγουν κάποιες ομπρέλες. Αυτός δεν έχει. Ούτε και τον νοιάζει. Ούτε και τους άλλους νοιάζει. Είναι εκεί γέροι και νέοι και παιδιά και βρέφη στην αγκαλιά.
Κανείς δεν σαλεύει απ’ τη θέση του κι ας δυναμώνει η βροχή. Τώρα δεν ακούει τίποτε παρά μόνο τους χτύπους της καρδιάς του. Κάθε χτύπος κι ένα ευχαριστώ. Σ’ ευχαριστώ, Παναγία μου! Νεκρός ήμουν και γύρισα στη ζωή. Αστραπιαία περνάνε μπροστά του η φρίκη, η οδύνη, όλα όσα έζησε πριν έξι χρόνια. Τα φοβερά χρόνια
μακριά από το Κατηχητικό. Μακριά από τον Θεό. Είχε μπλέξει άσχημα. Είχε υποφέρει πολύ. Έφτασε στο παρά πέντε του θανάτου. Και ξαφνικά ξύπνησε. Τον ξύπνησε ένας λόγος που άκουγε συχνά όταν ήταν λίγο μικρότερος. Ήταν ο λόγος του κατηχητή του.
– Όταν βρεθείς σε δύσκολη θέση, φώναξε την Παναγία. Θα φτάσει αμέσως.
Και τη φώναξε. Πώς έγινε και τη φώναξε κι αυτός δεν ξέρει. Ίσως ήταν η απελπισία του. Βοήθησαν και οι προσευχές του πνευματικού του που τον τελευταίο καιρό επισκεπτόταν πιο τακτικά. Οι προσευχές των κατηχητών και των συνομηλίκων από την αίθουσα, που γνώριζαν την κατάστασή του. Μα πάνω απ’ όλα ήταν το θαύμα. Η κραταιά δύναμη της Παναγίας Μητέρας. Μπήκε μια μέρα στον ναό και κραύγασε σιωπηρά. «Παναγία μου, σώσε με! Δώσε μου ζωή! Γλίτωσέ με από τα ναρκωτικά. Κάνε με να ξεκόψω». Και ξέκοψε. Πάνε δύο χρόνια που είναι τελείως καθαρός.
Τώρα έχει φτάσει στην πόρτα της μεγάλης εκκλησίας και μπορεί να βλέπει. Η Κυρία των αγγέλων στο κέντρο. Η εικόνα της Παναγίας «Ἄξιον ἐστί» ανάμεσα σε λουλούδια και θυμιάματα. Έχει προχωρήσει αρκετά. Σηκώνει το τριαντάφυλλο ψηλά και το κοιτάζει. Κατόρθωσε να το φτάσει ατσαλάκωτο. Μόνο εκεί, ανάμεσα στα πέταλά του, ασημίζουν μικρές δροσοσταλίδες. Είναι η βροχή; Είναι τα δάκρυα; Δεν έχει σημασία. Φτάνει σε απόσταση αναπνοής από την εικόνα. Γονατίζει. Ασπάζεται το άγιό της χέρι. Εκείνο, που κρατά στοργικά τον Υιό Της. Τώρα τα δάκρυα τρέχουν φανερά. Δεν τον νοιάζει. Πρέπει να σηκωθεί. Περιμένει πίσω του πλήθος άμετρο. Ευλαβικά αποθέτει το τριαντάφυλλο. Ύστερα σηκώνει το χέρι του και το φέρνει στο δεξί του αυτί. Βγάζει το σκουλαρίκι και το προσθέτει στα άλλα αφιερώματα. Κάνει όπως το έχει τάξει. Δε θυμάται πια τίποτε από τα παλιά. Τα έχει αφήσει όλα στη Μητέρα του Θεού. Στη δική του Μητέρα. Πανάλαφρος βγαίνει από τον ναό. Όλος δύναμη κι ελπίδες. Μια καινούργια ζωή τον περιμένει. Μια νέα παρέα φίλων, διαφορετική από την προηγούμενη. Άλλωστε είναι μόνο 23 ετών.