loader image

Τ ι όμορφο θέαμα να κυματίζει η ελληνική σημαία στον γαλανόλευκο ουρανό! Κάτι τόσο απλό και δεδομένο για εμάς. Ίσως ακόμα και αδιάφορο για τους περισσότερους σήμερα, αλλά τόσο σημαντικό και ιερό για όσους ξέρουν τι συμβολίζει. Δεν ήταν δεδομένο όμως και για τους Έλληνες της Κύπρου. Κάθε βράδυ στα κρυφά οι δύο φίλοι, ο Παναγίδης και ο Κουτσόφτας, ύψωναν ελληνικές σημαίες σε διάφορα σημεία του χωριού τους. Με το πρώτο φως του ήλιου έτρεχαν οι Άγγλοι να τις κατεβάσουν. Κι όμως, το ηθικό των δύο νέων δεν έπεφτε τόσο εύκολα. Κάθε πρωί στο χωριό κυμάτιζαν καινούργιες ελληνικές σημαίες στα δέντρα και στις ταράτσες. Ανάγκασαν τους Άγγλους ακόμα και τα δέντρα να κόψουν, ώστε να τους σταματήσουν. Όμως, τίποτα δεν σταματούσε τη φλογερή καρδιά των δύο νέων. Μια μέρα ένας Άγγλος στρατιώτης βρίσκει στην τσάντα του Παναγίδη μια ελληνική σημαία. Τον διατάζει να σκουπίσει τα πόδια του με αυτό το ιερό σύμβολο. Ο Παναγίδης νιώθει προσβεβλημένος και τον χτυπά.
Ο ένας από τους δύο αγωνιστές της ΕΟΚΑ συλλαμβάνεται σε μια αποστολή. Ο φίλος του όμως, αντί να τον αφήσει, μένει μαζί του. Οι δύο παιδικοί φίλοι, που μοιράστηκαν μέχρι τώρα τις ίδιες εμπειρίες και τα ίδια όνειρα, τώρα μοιράζονται τον πόνο και τη δυσκολία των βασανιστηρίων. Τους καταδικάζουν σε θάνατο με απαγχονισμό. Υπόσχονται χρήματα και προστασία στον Παναγίδη, αν προδώσει τρεις συναγωνιστές του. Έναν για κάθε παιδί του. Ο ίδιος όμως γνωρίζει ότι η ελευθερία, η πίστη και η πατρίδα απαιτούν θυσίες. Τις δύσκολες στιγμές αγωνίας οι δύο φίλοι τις περνάνε μαζί, προσευχόμενοι στον Θεό, ψάλλοντας και τραγουδώντας πατριωτικά τραγούδια. Με την αδελφική φιλία…, γλυκαίνουμε τον πόνο και το δάκρυ. Με την αγνή μας ψυχή και τα πατριωτικά μας τραγούδια κάνουμε να λάμπουν και να δονούνται τα κελλιά του θανάτου. Αυτά τα σκοτεινά κελλιά που άλλοτε ήταν κελλιά της φρίκης και του τρόμου, είναι τώρα κελλιά λαμπερά, χαράς και περηφάνιας. Περιμένουμε τη μέρα της εκτέλεσής μας σαν άγια ώρα της ελευθερίας….», ομολογούν οι ίδιοι και οι Άγγλοι στρατιώτες που τους φρουρούν.
Βιώνουν τα αισθήματα και τις σκέψεις του αποστόλου Παύλου όταν βρισκόταν στη φυλακή για χάρη του Χριστού με τα εξής λόγια:
«Ο Χριστός είναι πάντα συντροφιά στα κελλιά μας και μας γεμίζει την καρδιά με αληθινή χαρά».
Με αυτό το φρόνημα, έχοντας κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, στις 21 Σεπτεμβρίου 1956 αφήνουν την τελευταία τους πνοή στην αγχόνη. Η μνήμη τους, όμως παραμένει εκεί ψηλά απτόητη και κυματίζει σαν σημαία κόντρα στους ανέμους, προβάλλοντας τον δρόμο της γνήσιας φιλίας, θυσίας, λεβεντιάς, ελευθερίας και χαράς.