Εάν ψάξει κανείς, θα βρει σίγουρα στο διαδίκτυο πολλά γράμματα Ελλήνων στρατιωτών, που τα έγραφαν όσο βρισκόντουσαν στο μέτωπο. Ο μόνος τρόπος να ανοίξουν την καρδιά τους στους γονείς τους, στα αδέλφια τους, στα παιδιά τους, στις συζύγους τους. 

Στα γράμματα αυτά μιλούν οι στρατιώτες. Μιλούν για δυσκολίες, για πόνο, για κρύο, για πείνα, για νοσταλγία. Μιλούν επίσης και για Θεό, και για πατρίδα. 

«Μα ποια πατρίδα, καλέ; Αυτά είναι παραμύθια.», θα πούνε κάποιοι. 

Κι όμως, ναι, για μια πατρίδα… Για μια πατρίδα μιλούν στα γράμματά τους οι στρατιώτες, μια πατρίδα που την αγαπούν, που την πονούν, που δεν αντέχουν να τη βλέπουν υπόδουλη! 

Δυστυχώς, στις μέρες μας, μερικοί προσπαθούν να μας πείσουν πως δεν υπάρχουν πατρίδες, πως δεν υπάρχει ιστορία. Πώς γίνεται, όμως, να ξεχάσουμε τα γράμματα αυτά; Εκείνα έφυγαν προς τους παραλήπτες τους και έφτασαν μέχρι κι εμάς, ενώ οι συγγραφείς τους παρέμειναν εκεί, στο μέτωπο. Έδωσαν το αίμα τους και άφησαν εκεί την τελευταία τους πνοή.

Είπαμε στην αρχή τι ανέφεραν τα γράμματα. Δεν ανέφεραν, όμως, τον φόβο ή τη δειλία ή την απογοήτευση. Έδιναν και, ταυτόχρονα, έπαιρναν κουράγιο. Γράφει ο στρατιώτης Κυριάκος Μέξης: 

«Σεβαστοί μου γονείς

Να μην θλίβεσθε που βρισκόμαστε σε πόλεμο για την πατρίδα και για την τιμή μας και θα πολεμήσουμε μέχρι ενός και πρέπει να το έχετε καύχημα, όπου και τα δύο σας παιδιά πολεμούν αυτή τη στιγμή κατά του βαρβάρου επιδρομέος, όπου ηθέλησε να προσβάλη την τιμή και την ελευθερία της πατρίδας μας, για αυτό δεν πρέπει να οδύρεσθε.

Σκεφθήτε, αν περάσουν αυτοί οι βάρβαροι, τι αίσχος θα επικρατήση μέσα στην κοινωνία, τι την θέλουμε τη ζωή, είναι πλέον για μας άχρηστος και καλύτερα να πεθάνουμε όλοι μας, παρά να υποκύψωμεν εις την βίαν της βάρβαρης Ιταλικής φυλής, για αυτό θέλω να κάμετε χαλύβδινη καρδιά και να μην σας δειλιάζη ο πόλεμος, γιατί ή θα έχωμεν την ελευθερία ή θα γίνομαι όλοι στάχτη.

Εμπρός, λοιπόν, όλοι μαζί να συντρίψουμε τους βαρβάρους επιδρομείς, όπου ηθέλησαν να μας υποδουλώσουν.

Ζήτω η Ελλάς με την αθάνατη ιστορία και με τους ατρόμητους λεβέντες…»

Ε ναι λοιπόν, Ζήτω!