loader image

2030 μ.Χ. Στον 22ο όροφο του ουρανοξύστη στο Ελληνικό ο Παύλος κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ του πολυτελούς σαλονιού και σκρολάρει στο κινητό. «Η Ελλάδα κινδυνεύει», διαβάζει και προσπερνά αδιάφορα. «Υπερβολές των δημοσιογράφων, για να κερδίζουν click και like», μονολογεί και κινεί το δάχτυλο και τα μάτια παρακάτω. «Κι αν κινδυνεύει, εγώ θα τη σώσω; Τελείωσα πια τις σπουδές μου, βρήκα καλή δουλειά και εξασφαλίστηκα για όλη μου τη ζωή. Παντρεύτηκα πλούσια γυναίκα, κόρη πρώην πρωθυπουργού, διάσημη. Έχω δύο παιδιά. Μια άνετη ζωή ξεδιπλώνεται μπροστά μου. Το σπίτι μου στον καινούργιο ουρανοξύστη είναι σύμβολο της επιτυχίας μου. Δεν κινδυνεύω από κάτι», σκέφτεται και βυθίζεται ακόμη περισσότερο στον αναπαυτικό καναπέ του με θέα τη θάλασσα της Αττικής.
1900 μ.Χ. Σε ένα αρχοντικό σπίτι στην Κηφισιά ο Παύλος κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ του πολυτελούς σαλονιού του και διαβάζει την εφημερίδα «Εμπρός». «Η Ελλάς κινδυνεύει. Οι Βούλγαροι δρουν ανενόχλητοι στη Μακεδονία, εκφοβίζουν τους κατοίκους, προκαλούν φθορές στις περιουσίες τους, σφαγές. Οι Έλληνες είναι φοβισμένοι και ανυπεράσπιστοι», γράφει ο φλογερός δημοσιογράφος Δημήτρης Καλαποθάκης περιγράφοντας την κατάσταση στην ακόμη σκλαβωμένη Μακεδονία. «Αν σώσουμε τη Μακεδονία, εμείς θα σωθούμε», γράφει πιο κάτω ο Ίων Δραγούμης, κουνιάδος του Παύλου.
Ο Παύλος Μελάς πετάγεται όρθιος από τον καναπέ και αποφασίζει να δράσει. Είναι νέος αξιωματικός. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Σχολή Ευελπίδων και εξασφάλισε την εργασία του. Είναι παντρεμένος με τη Ναταλία Δραγούμη, κόρη πρώην πρωθυπουργού, πλούσια, διάσημη. Ζει σε ένα μεγαλοπρεπές σπίτι στην Κηφισιά. Είναι πατέρας δύο παιδιών, του Μιχαήλ και της Ζωής. Έχει τα πάντα, για να θεωρείται ήδη επιτυχημένος.
Μα δεν τα λογαριάζει όλα αυτά άξια για την ευτυχία του. «Αν δώσει ο Θεός και κάνω το καθήκον προς την πατρίδα, θα είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος», λέει στους δικούς του. Χρησιμοποιεί τις γνωριμίες του στον πολιτικό, οικονομικό και δημοσιογραφικό χώρο της πατρίδας, όχι για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντά του, αλλά για να ξεσηκώσει την κοινή γνώμη, ώστε να ενδιαφερθεί για τη Μακεδονία και τα δεινά των Ελλήνων. Δεν ησυχάζει, παρά την αδιαφορία της επίσημης ελληνικής κυβέρνησης.
Τελικά, το 1904 ανεβαίνει κρυφά στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία. Οι συνθήκες είναι δύσκολες για τον καλοαναθρεμμένο νέο. «Από τη στιγμή που ήρθαμε στη Μακεδονία κοιμάμαι τρεις με τέσσερις ώρες την ημέρα, αλλά δεν αισθάνομαι καθόλου νύστα. Αδυνάτισα, όμως, τρομερά. Τρώω κάθε μέρα λίγες μπουκιές ψωμί. Διψώ και πίνω από το άνοστο νερό της βροχής», γράφει στη σύζυγό του.
Δεν το βάζει κάτω. Με πίστη στον Θεό και στην πρόνοιά Του εμπνέει τους Έλληνες να παραμείνουν σταθεροί στην πίστη τους και στην πατρίδα τους. Τους δίνει θάρρος να αγωνιστούν. Οργανώνει επαναστατικά σώματα, αφυπνίζει τις ελπίδες τους σε συνεργασία με τον Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανό Καραβαγγέλη. «Πρέπει να τους εμπνεύσω ενθουσιασμό, πατριωτισμό, θάρρος και πεποίθηση», γράφει για την αποστολή του.

Ο Μακεδονικός Αγώνας, ο αγώνας για τη διάσωση της Μακεδονίας αρχίζει. Σε λίγους μήνες ο Παύλος Μελάς, με το ψευδώνυμο Μίκης Ζέζας (από τα ονόματα των παιδιών του) γίνεται ο φόβος των Βουλγάρων και το στήριγμα των Ελλήνων. Πολεμά στην πρώτη γραμμή, μιλάει στους ανθρώπους, βοηθά τις οικογένειές τους. Κοινωνεί τακτικά το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου.
Στις 13 Οκτωβρίου 1904 στη Στάτιστα κοντά στην Καστοριά, ο Παύλος Μελάς χάνει τη ζωή του στη μάχη. Το αρχοντόπουλο που θυσίασε τις ανέσεις της ζωής, δίνει και την ίδια του τη ζωή για την πατρίδα. Ο θάνατός του συγκινεί τους Έλληνες και κινητοποιεί πολλούς αγωνιστές από ολόκληρη την Ελλάδα και φουντώνει τον Μακεδονικό Αγώνα, ο οποίος κράτησε ως το 1908.
Λίγα χρόνια αργότερα, στον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, στις 26 Οκτωβρίου 1912 ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει τη Θεσσαλονίκη και η Μακεδονία γίνεται και πάλι κομμάτι του ελεύθερου ελληνικού κράτους.
Ο Παύλος Μελάς δεν αναπαύεται πια στον καναπέ του πολυτελούς του σαλονιού στο αρχοντικό της Κηφισιάς, αλλά στον ουρανό και στις καρδιές των Ελλήνων. Η θυσία του έπιασε τόπο.
2025 μ.Χ. «Η Ελλάδα κινδυνεύει», κινδυνεύει από διάφορους εχθρούς. Δημογραφικό πρόβλημα, φτώχεια, εγκληματικότητα, έλλειψη παιδείας, εξωτερικοί κίνδυνοι και τόσα άλλα μάς κατακλύζουν. Ένας από τους εχθρούς, όμως, είναι και αυτός ο άνετος καναπές, στον οποίο βυθιζόμαστε νιώθοντας ασφαλείς, ευχαριστημένοι, χορτασμένοι. Με το κινητό στο χέρι, με το μυαλό θολωμένο, με τη διάθεση πεσμένη, χωρίς ιδανικά, με την καρδιά γεμάτη από την αγάπη στον εαυτό μας, δεν αντιλαμβανόμαστε τις ανάγκες και τους κινδύνους της πατρίδας μας, της κοινωνίας μας, της οικογένειάς μας, του εαυτού μας. Είναι ανάγκη να ξεβολευτούμε, να σκεφτούμε, να αγωνιστούμε!
Ποια αξία άραγε έχει μια ζωή, στην οποία δεν έχεις κάποια ανώτερη αξία, για την οποία αξίζει να πεθάνεις;