Εγώ στο σχολείο – Προσευχή
Τι; Τα διορθώσατε κιόλας; ρώτησε ο Παντελής με γουρλωμένα τα μάτια.
-Έχε γεια καημένε κόσμε! φώναξε ο Δημήτρης απ΄ το τελευταίο θρανίο.
Ξεκίνησε να μοιράζει τα γραπτά. Άρχισαν οι γνωστοί διάλογοι:
-Πόσο πήρες;
-Τέσσερα!
-Σ’ έφαγα, πεντέμισι!
Όσο ο καθηγητής πήγαινε μπρος – πίσω μοιράζοντας τα γραπτά, τόσο το γνωστό κάψιμο στο στομάχι, μου θύμιζε το χρόνιο πρόβλημα της υγείας μου. «Αγχώδης διαταραχή», είχε πει ο γιατρός. «Λευτέρη, πρέπει να ελέγχεις το άγχος σου, ιδιαίτερα φέτος που θα είσαι στη Γ΄ Λυκείου».
Έλεγχος του άγχους. Μια κουβέντα είναι. Έχουν κολλήσει στο μυαλό μου τα λόγια του πατέρα μου από το καλοκαίρι: «Φέτος δε φτάνει να παίρνεις καλούς βαθμούς. Πρέπει να είσαι πάντα καλύτερος από τους άλλους. Αν οι άλλοι έχουν 19 κι εσύ 18, έχεις αποτύχει. Έτσι είναι οι πανελλαδικές. Δεν έχεις πλέον συμμαθητές, έχεις ανταγωνιστές. Θα τους αφήσεις να σε «φάνε;».
Ο καθηγητής πλησίαζε αργά προς το θρανίο. Ασυναίσθητα ύψωσα το βλέμμα πάνω από τον πίνακα.
-Θεέ μου, βοήθ…
Η θέα ενός μοναχικού καρφιού, μου θύμισε ότι στην τάξη που κάνουμε «κατεύθυνση», δεν υπάρχει εικόνα του Χριστού. Το είχα προσέξει και την πρώτη μέρα. Δεν ανέφερα τίποτα, για να μη στοχοποιηθώ ως «κολλημένος με τη θρησκεία». Αυτές τις δουλειές τις αφήνω στον Άρη, τον διπλανό μου. Με την ταμπέλα «του Κατηχητικού» από το Γυμνάσιο. Στην αρχή είχε εισπράξει και κάποιες κοροϊδίες, μα κατάφερε ν΄ αντιστρέψει το κλίμα με ένα του «όπλο». Το χαμόγελό του. Παντού και πάντα είχε μια αισιόδοξη κουβέντα να πει. Εκνευριστικά χαρούμενος.
-Άρη, το παλεύεις φιλότιμα, αλλά θέλεις πολλή δουλειά ακόμη, είπε ο καθηγητής, αφήνοντας το γραπτό με ένα κατακόκκινο «εννέα» στην πάνω δεξιά γωνία.
-Να ‘στε καλά, κύριε. Ευχαριστώ.
-Τι ευχαριστείς μωρέ: τον σκούντηξα. Για το «εννέα»; Τα μισά παιδιά πήραν καλύτερους βαθμούς από ‘σένα!
-Μπράβο τους και να τους χαίρονται.
-Να δω εσύ πόσο θα χαίρεσαι, όταν θα ‘χουν μπει στις καλές σχολές κι εσύ…
-Ρε διπλανέ, τα ‘χουμε ξαναπεί. Αυτός ο ωμός ανταγωνισμός δεν με οδηγεί πουθενά. Κι από τότε που άκουσα στο Ανώτερο ότι οι άλλοι γύρω μου είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεού, έχω ηρεμήσει. Εγώ κάνω ό,τι μπορώ. Λες ο Θεός ν’ αφήσει τα πλάσματά Του να πάνε χαμένα;
Από πέρσι είχα να βρεθώ στο Ανώτερο. Θυμάμαι πόσο ηρεμούσα στο γνώριμο κλίμα της αίθουσας. Όμως φέτος… Γ΄ Λυκείου είναι αυτή.
-Ωραίος, Λευτέρη! Δεκαοκτώ! είπε ο καθηγητής δίνοντάς μου το γραπτό. Το κάψιμο στο στομάχι δεν υποχώρησε παρά μόνο όταν βεβαιώθηκα πως είχα τον καλύτερο βαθμό στην τάξη. Βαθιά μέσα μου ήξερα ότι η ανακούφιση ήταν προσωρινή. Μέχρι το επόμενο διαγώνισμα ή, μάλλον, μέχρι την επόμενη αναμέτρηση με τους άλλους.
-Πάντως διπλανέ, τα ξέρεις κι εσύ. Άμα χάσουμε τη σωστή σχέση μας με τον Θεό, χαλάμε και τη σχέση μας με τους άλλους… «και αντιστρόφως» που λέει κι ο Μαθηματικός. Σωστή σχέση δεν είναι να Τον θυμόμαστε στα δύσκολα. Ούτε κι Εκείνος θέλει εμείς να Τον υπηρετούμε σαν ρομποτάκια. «Φίλους Του» μας αποκάλεσε, κι ακόμα περισσότερο, «παιδιά Του». Έτσι μας θέλει κοντά Του.
Γύρισα σπίτι πολύ προβληματισμένος. Σωριάστηκα στον καναπέ, περιμένοντας να σερβιριστεί το φαγητό. Μια γλυκιά προσμονή με κυρίευσε… σαν να επρόκειτο να ξαναδώ έναν παλιό, καλό μου φίλο… σαν να επέστρεφε ο πατέρας μου από μακρινό ταξίδι. Γνώριμα λόγια ανέβηκαν στα χείλη μου…
«Πάτερ ἡμῶν …»
