Έφτασε ο Ιανουάριος και το πρώτο τετράμηνο σε λίγες μέρες τελειώνει. Τα διαγωνίσματα «πέφτουν βροχή» και οι καθηγητές… δε δείχνουν έλεος! Λες και έχουμε μόνο το δικό τους μάθημα να διαβάσουμε! Άντε τώρα να προλάβω να διαβάσω όλες αυτές τις ατέλειωτες σελίδες.
Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, με προβλημάτισε πριν λίγο το τηλεφώνημα του συμμαθητή μου, του Γιάννη. Με είχε πάρει, για να του λύσω κάποιες απορίες στα Αρχαία και κάποια στιγμή μού το πέταξε: «Σιγά μην κάτσω να μάθω τη μετάφραση! Θα την κάνω σκονάκι! Κορόιδο είμαι;». Ειδικά αυτή η τελευταία του φράση «καρφώθηκε» στο μυαλό μου. Πράγματι! Γιατί να ταλαιπωρούμαι διαβάζοντας ώρες ατέλειωτες, αφού υπάρχει τρόπος να γράψω καλά χωρίς να κοπιάσω; Εξάλλου, δεν το κάνω επειδή θέλω να τεμπελιάσω. Απλώς θα κερδίσω λίγο χρόνο, για να διαβάσω καλύτερα για το μεθαυριανό διαγώνισμα των Μαθηματικών, που με ενδιαφέρει περισσότερο.
Το είχα σχεδόν αποφασίσει, όταν μια σκέψη πέρασε από το μυαλό μου. «Κι αν με δει ο καθηγητής, τι θα κάνω; Τι θα του πω; Θα γίνω ρεζίλι!». Με ενδιαφέρει πολύ η γνώμη των άλλων. Θέλω να με σέβονται, να με εκτιμούν και –γιατί όχι;– να με θαυμάζουν. Να λένε καλά λόγια για εμένα και μπροστά μου, αλλά και όταν δεν είμαι παρών.
Όμως και πάλι μια φωνή μέσα μου, η συνείδησή μου, με πληροφορεί πως κάτι δεν πάει καλά. Δεν της φαίνεται και πολύ τίμιο, πολύ καθαρό, όλο αυτό το σκεπτικό. Από τη μία, η δικαιολογία με τα… Μαθηματικά. Από την άλλη, η γνώμη των άλλων…
Και η αλήθεια πού βρίσκεται; Ποιος είναι ο πραγματικός λόγος για το σκονάκι; Ο Χριστός στον οποίο πιστεύω, θα συμφωνούσε με αυτή την επιλογή;
Και βέβαια όχι! Είναι ξεκάθαρο. Θα κάτσω να διαβάσω, λοιπόν, και θα γράψω ό,τι ξέρω, για να έχω τη συνείδησή μου ήσυχη και ο Θεός να χαίρεται με την εντιμότητά μου.
