Δευτέρα, μετά τις διακοπές του Πάσχα, και τα σχολεία ανοίγουν ξανά. Πρωί και ο Τάσος, μαθητής της Γ’ Λυκείου, πλησιάζει στο σχολείο, με τις σκέψεις του ακόμα στη Μεγάλη Εβδομάδα και όσα έζησε έντονα, κοντά στην Εκκλησία και το Κατηχητικό του. Βρίσκεται πλέον στο προαύλιο και συναντά μια παρέα από συμμαθητές της τάξης του.

– “Χριστός Ανέστη!”, τους λέει με χαρά.

Ο Γιώργος, συμμαθητής και φίλος του, που πάνε μαζί στο Κατηχητικό, απαντά με ζωντάνια “Αληθώς Ανέστη”! Κάνα δυο άλλοι απαντούν τυπικά “Αληθώς Ανέστη”, ενώ ακούγεται και ένα “Επίσης”.

– “Χα, τι Χριστός, και τι Ανέστη; Ακόμα πιστεύεις στα παραμύθια;”, λέει με στόμφο ο Κώστας,  αρκετά δυνατά να ακούσουν και οι άλλοι.

Με σταθερότητα στη φωνή του, και χωρίς να ξαφνιαστεί ο Τάσος – άλλωστε ήταν γνωστές οι απόψεις του Κώστα – του λέει “Έχουμε πει, ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο, και…”. Μα δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει και ο Κώστας τον διακόπτει: “Ναι, δεκτό, αλλά δεν μπορεί να πιστεύεις ότι αναστήθηκε. Αυτά είναι για τους παπάδες και τα μικρά παιδιά”, και γελά επιδεικτικά.

Μια στεναχώρια, και ίσως κάποιο ίχνος θυμού, διαγράφηκε στο πρόσωπο του Τάσου. “Και να σου πω, για να μη σε κοροϊδεύουν…” συνέχισε ο Κώστας με εμφανή μια σιγουριά στα λόγια του, “…ο Χριστός δεν αναστήθηκε. Οι μαθητές έκλεψαν το σώμα Του. Απλά τα πράγματα.”.

Εν τω μεταξύ, άθελά τους, η παρέα έχει κάνει έναν κύκλο, σωστή αρένα, όπου στη μέση βρίσκονται οι δύο συμμαθητές που συζητούν. Δεν είναι όμως από διάθεση για μάχη, αλλά κάποιοι από περιέργεια και άλλοι από αγωνία, να λάβουν τις απαντήσεις που θα ήθελαν, ως επιβεβαίωση.

– “Βρε συ Κώστα…”, λέει ο Τάσος με φωνή σταθερή και ένα χαμόγελο, έχοντας ξεπεράσει την πρώτη ταραχή. “…και τότε γιατί δεν τους συνέλαβαν, αφού είδαν να κλέβουν το σώμα του Χριστού;”

– Σου είπα, απλά κοιμόντουσαν και δεν τους είδαν.

– “Μα αφού κοιμόντουσαν, σημαίνει δεν τους είδαν. Τότε τι μάρτυρες κλοπής ήταν;”. Σαν να γέλασαν κάποιοι, με τη λογική αυτή απάντηση.

Μα ο Κώστας, αν και κόμπιασε λιγάκι, βρήκε ξανά τα λόγια του και λέει:

– Οι μαθητές Του έλεγαν ψέματα. Πλανήθηκαν σου λέω, από τη φαντασία τους. Θυμήθηκαν τι τους είχε πει ο Χριστός για το τι θα πάθει και τη δήθεν ανάστασή Του.

– “Ξέχασες και τις τόσες αναφορές, με φοβερή λεπτομέρεια, στην παλαιά Διαθήκη”, τον διακόπτει ο Τάσος χαμογελώντας.

– Βρε, ακούς τι λέω; Απλά… δημιούργημα της φαντασίας τους, ότι και καλά είδαν τον Χριστό αναστημένο… Το μυαλό τους τα έβλεπε.

– Μα, αν ήταν έτσι, γιατί δεν Τον φαντάστηκαν όπως θα ήθελαν με δόξα, αλλά Τον άκουσαν να τους καλεί σε θυσίες; Πώς είναι δυνατόν να έπεσαν θύματα παραίσθησης τόσοι άνθρωποι ταυτόχρονα; Και αν ήταν στη φαντασία τους όπως λες, πώς ο Χριστός συνέφαγε με τους Μαθητές και άφησε υπολείμματα τροφής, κόκκαλα από ψάρι και κηρήθρα;

– “Επιμένεις” λέει λίγο απότομα ο Κώστας. “Ε, να σου πω το άλλο τότε, μπας και καταλάβεις. Ο Χριστός δεν πέθανε στον σταυρό. Λιποθύμησε και μετά βρήκε ξανά τις αισθήσεις Του. Και σε συνδυασμό με τα προηγούμενα… Χα…”.

– Αχ, Κώστα. Έξυπνος είσαι, πρώτος στην τάξη, απορώ πώς λες αυτές τις ανοησίες, που η απλή φυσική απαντά από μόνη της. Ο Χριστός βασανίστηκε τόσο πολύ πριν τη σταύρωση, ήταν τόσο εξαντλημένος που ούτε τον σταυρό Του δεν μπορούσε να σηκώσει. Βασανιστήρια, που πολλοί πεθαίνουν στη διάρκειά τους. Και ο αξιωματικός που Τον τρύπησε με τη λόγχη και επιβεβαίωσε τον θάνατο; Και στην ταφή με τα σφιχτά σάβανα που Τον τύλιξαν και τα εκατό λίτρα αρώματα, ασφυξία θα πάθαινε.

Εδώ πλέον, ο Κώστας δεν έχει κάτι άλλο να πει. Φαίνεται προβληματισμένος. Οι υπόλοιποι συμμαθητές, σαν να νιώθουν μια ανακούφιση με τις αποδείξεις που πρόβαλε ο Τάσος. Μα έχει περηφάνεια ο Κώστας και θέλει να συνεχίσει. Ξεκινά με ένα αργό “Μα…”.

– “Φίλε μου,” λέει ο Τάσος ξανά, μην περιμένοντας πολύ στο κενό των λέξεων, “νομίζω ότι… πιστεύεις τα πάντα, για να μην πιστέψεις!

– “Χμ… Ίσως και να έχεις κάποιο δίκιο εδώ.” λέει ο Κώστας με μία ανεξήγητη ειλικρίνεια.

– “Λοιπόν, είπαμε, Χριστός Ανέστη!”.

– “Αληθώς Ανέστη” είπαν δυο – τρεις από την παρέα με μία φωνή και το κουδούνι ακούγεται δυνατά.