Ο Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουρόζ είχε έναν φίλο, καμιά εικοσαριά χρόνια μεγαλύτερό του. Μια μέρα τον βρήκε στο νοσοκομείο. Του είχαν πει ότι έχει απλώς ίκτερο, όμως η αλήθεια ήταν πολύ πιο βαριά: είχε καρκίνο που είχε απλωθεί παντού και δε γινόταν να χειρουργηθεί.
Ήταν πάντα δραστήριος άνθρωπος, οπότε ήταν απογοητευμένος: «Τι μπελάς! Έχω ένα σωρό πράγματα να κάνω κι εγώ είμαι καρφωμένος σε ένα κρεβάτι χωρίς να ξέρω για πόσο».
Ο π. Αντώνιος του θύμισε κάτι που του έλεγε συχνά. Ήθελε κάποτε να σταματήσει το τρέξιμο και, αντί να κάνει συνέχεια πράγματα, απλώς να υπάρξει. «Ποτέ δεν τα κατάφερες μόνος σου. Τώρα σου το χαρίζει ο Θεός. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα, μπορείς μόνο να είσαι». Ο φίλος του παραδέχτηκε πως δεν ήξερε καν πώς γίνεται αυτό. Τότε ο π. Αντώνιος του είπε: «Το σώμα σου άφησέ το στους γιατρούς. Την ψυχή σου όμως μπορείς να τη φροντίσεις εσύ. Μέχρι το τέλος κοίτα κατάματα ό,τι σκοτεινό κουβαλάς μέσα σου. Θυμούς, κακίες, πίκρες, παράπονα».
Και λόγους για πίκρα είχε πολλούς. Στα 18 του, στη Σοβιετική Ένωση, τον έστειλαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Από γάγγραινα έχασε ολόκληρο το πόδι του, και όταν δεν τους χρησίμευε πια, τον πέταξαν έξω για να πεθάνει. Η οικογένειά του πλήρωσε λύτρα για να τον πάρει και έτσι έφτασε στη Δύση. Δε μιλάμε για μικρές γκρίνιες. Μιλάμε για βαθιές πληγές, για πόνο που είχε κάθε δικαίωμα να νιώθει.
Από εκείνη κιόλας τη μέρα, ξεκίνησαν μαζί. Άρχισαν από το παρόν, με απλές αλλά δύσκολες ερωτήσεις.
Με ποιους ανθρώπους γύρω σου τα έχεις χαλάσει; Γιατί; Τι έβαλες εσύ σε αυτόν τον καβγά, σε αυτή την ένταση ή τη ζήλια; Πώς μπορεί να ηρεμήσει αυτό που νιώθεις; Και τι μπορείς να κάνεις, για να γιατρέψεις τον πόνο που προκάλεσες εσύ στους άλλους, είτε το ήθελες είτε όχι, είτε το κατάλαβες είτε όχι;
Πάνω σε αυτά δούλεψαν, μέρα με τη μέρα. Όταν ξεκαθάρισαν το παρόν, άρχισαν να γυρίζουν πίσω στον χρόνο, όλο και πιο πίσω, ώσπου έφτασαν στη ρίζα όλων. Σιγά-σιγά η πίκρα έφυγε. Ειρήνευσε με όλα, με όσα είχε υποφέρει, με τη σκληρότητα των άλλων, με κάθε απογοήτευση της ζωής του.
Λίγες μέρες πριν πεθάνει, ήταν τόσο αδύναμος που δεν μπορούσε ούτε να φάει. Ήταν σχεδόν διάφανος, με μεγάλα φωτεινά μάτια, και είπε στον φίλο του: «Το σώμα μου σβήνει, αλλά ποτέ στη ζωή μου δεν ένιωσα πιο ζωντανός».
Ο π. Αντώνιος γράφει πως γι’ αυτόν τον άνθρωπο η αιώνια ζωή δεν περίμενε να έρθει μετά τον θάνατο. Είχε ήδη αρχίσει. Είχε ανακαλύψει μέσα του κάτι που ούτε η αρρώστια ούτε ο θάνατος μπορούσαν να του πάρουν.
Δεν χρειάζεται να βρεθούμε σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου για να κάνουμε αυτή τη δουλειά. Μπορούμε να ξεκινήσουμε σήμερα. Να δούμε για ποιον κρατάμε θυμό μέσα μας, ποιον έχουμε πληγώσει, τι μπορούμε να συγχωρήσουμε και για τι να ζητήσουμε συγγνώμη. Μια καρδιά που αφήνει την πίκρα να φύγει, αρχίζει να ζει τον Παράδεισο από τώρα, εδώ στη γη.
Εμπνευσμένο από το βιβλίο του Μητροπολίτη Αντωνίου του Σουρόζ «Ο Εαυτός μας και ο Άλλος».