Ο άγιος Λαυρέντιος

ο Αρχιδιάκονος,

ο άγιος Ξύστος

ο Αθηναίος, Πάπας Ρώμης

και ο άγιος μάρτυς Ιππόλυτος

10η Αυγούστου

Οι άγιοι μάρτυρες Λαυρέντιος, Ξύστος και Ιππόλυτος έζησαν και μαρτύρησαν κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ.Χ. ). Ο άγιος Λαυρέντιος ήταν από τους πιο γνωστούς κληρικούς της ρωμαϊκής εκκλησίας και του είχαν εμπιστευθεί τη διαχείρηση της περιουσίας της.

Ο άγιος Ξύστος καταγόταν από την Αθήνα, όπου και σπούδασε φιλοσοφία. Κατόπιν, έφυγε από την πατρίδα του, την πόλη της σοφίας και πήγε στη Ρώμη. Εκεί, χειροτονήθηκε επίσκοπος, μετά το μαρτυρικό θάνατο του αγίου πάπα Στεφάνου (254-257 μ.Χ.). Επειδή τότε προετοιμαζόταν διωγμός κατά των χριστιανών, ο άγιος Ξύστος έδωσε εντολή στον αρχιδιάκονό του Λαυρέντιο να διαχειριστεί τα σκεύη της Εκκλησίας της Ρώμης. Εκείνος τότε, αμέσως τα πούλησε και τα χρήματα που πήρε τα μοίρασε στους φτωχούς.

Μόλις όμως επέστρεψε από την Περσία ο Δέκιος, ο επίσκοπος Ξύστος συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιόν του. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος όμως δεν πείστηκε, αλλά διακήρυξε με παρρησία ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός Θεός και δημιουργός του παντός. Τότε, ο Δέκιος εξοργίστηκε πάρα πολύ και με προσταγή του ο Άγιος αποκεφαλίστηκε και έτσι κοσμήθηκε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Έπειτα, οδηγήθηκε στον αυτοκράτορα ο αρχιδιάκονος Λαυρέντιος. Εκείνος ζήτησε από τον Άγιο να του παραδώσει τα χρήματα και τα ιερά σκεύη της Εκκλησίας. Τότε, ο άγιος Λαυρέντιος ζήτησε να του δώσει άμαξες για να τα φορτώσει και να του τα παραδώσει. Μόλις λοιπόν του έδωσε τις άμαξες, πήγε και βρήκε τους φτωχούς, τους χωλούς και τους ανάπηρους, στους οποίους είχε διανείμει τα χρήματα, τους επιβίβασε στριμωχτά, για να χωρέσουν πάνω σε αυτές και τους πήγε στον αυτοκράτορα. Ο άγιος Λαυρέντιος απάντησε στον ηγεμόνα ότι σε όλους αυτούς τους πάσχοντες είναι αποταμιευμένοι οι θησαυροί της Εκκλησίας! Εκείνος, βλέποντάς τους εξοργίστηκε πάρα πολύ και πρόσταξε να μαστιγώσουν ανελέητα τον Άγιο και εν συνεχεία να τον κλείσουν στη φυλακή. Κατά το χρονικό διάστημα που ο Άγιος ήταν φυλακισμένος θεράπευε όλους τους αρρώστους που προσέτρεχαν σε αυτόν, από οποιαδήποτε ασθένεια και αν υπέφερε. Βλέποντας ο αρχιφρουρός της φυλακής Καλλίνικος τις θαυματουργικές θεραπείες που επιτελούσε ο άγιος Λαυρέντιος, πίστευσε στον Χριστό και βαπτίστηκε.

Μετά το γεγονός αυτό, ο Άγιος οδηγήθηκε και πάλι στον αυτοκράτορα και επειδή δεν πείστηκε να θυσιάσει στα είδωλα, ο αυτοκράτορας έδωσε εντολή να τον βάλουν πάνω από μία σιδερένια σχάρα, κάτω από την οποία υπήρχαν αναμμένα κάρβουνα. Λέγεται ότι είπε προς τους δήμιούς του: «Στρέψατέ με και από το άλλο μέρος για να ψηθώ καλά ολόκληρος». Πάνω λοιπόν σε αυτήν την σχάρα ευρισκόμενος ο Μάρτυς, αφού ανέπεμψε ευχαριστήρια προσευχή στον Θεό, παρέδωσε το πνεύμα του και κοσμήθηκε με τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Το τίμιο λείψανο του αγίου Λαυρεντίου το παρέλαβε ο άγιος Ιππόλυτος και το ενταφίασε με τις οφειλόμενες τιμές. Όταν έμαθε την ενέργεια αυτή του Ιππολύτου, ο αυτοκράτορας έστειλε και του έφεραν ενώπιόν του τον Άγιο και πρόσταξε αμέσως να τον μαστιγώσουν με σιδερένιες κινάρες (αλυσίδες που είχαν οξύτατα δόντια) και εν συνεχεία να τον δέσουν σε άγριους ίππους. Συρόμενος με βία ο αθλητής του Χριστού πάνω σε κακοτράχαλους τόπους με αγκάθια και σε μεγάλη απόσταση, παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό και έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου.

Λέγεται μάλιστα ότι επτά ημέρες μετά από το μαρτύριο του Ιππολύτου, οι αυτοκράτορες Δέκιος και Βαλεριανός πήγαν έφιπποι στο θέατρο, όπου και εξέπνευσαν. Ο Δέκιος, προτού ξεψυχήσει, είπε με όλη τη δύναμη της φωνής του: «Ιππόλυτε, με σύρεις δεμένον σαν αιχμάλωτο;». Ενώ ο Βαλέριος είπε: «Ιππόλυτε, με έδεσες με πύρινες αλυσίδες και με σύρεις;». Τα λόγια αυτά των δύο αυτοκρατόρων έγιναν γνωστά σε όλη την οικουμένη και όλοι στερεώθηκαν στην πίστη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Στίχοι

Τὸν Λαυρέντιον λαύρακα τοῦ Χριστοῦ λέγω, Ἐπ΄ ἐσχάρας ἄνθραξιν ἐξωπτημένον.
Τέλους ἀθλητῶν καὶ κλέους τυχεῖν θέλων, Ἤθλησας ἆθλον, Ξύστε, τὸν διὰ ξίφους.
Τὸν Ἱππόλυτον ἱπποδέσμιον βλέπω, Ἐναντίον πάσχοντα τῇ κλήσει πάθος.
Ὤπτησαν δεκάτῃ Λαυρέντιον ἠύτε ἰχθύν.

 

Απολυτίκιον αγίου Λαυρεντίου.

Τῷ θείῳ Πνεύματι, καταυγαζόμενος, ὡς ἄνθραξ ἔφλεξας, πλάνης τὴν ἄκανθαν, Ἀρχιδιάκονε Χριστοῦ, Λαυρέντιε Ἀθλοφόρε· ὅθεν ὡς θυμίαμα, λογικὸν ὡλοκαύτωσαι, τῷ σὲ μεγαλύναντι, τῷ πυρὶ τελειούμενος· διὸ τοὺς σὲ τιμῶντας θεόφρον, σκέπε ἐκ πάσης ἐπηρείας.

 

Κοντάκιον αγίου Λαυρεντίου.

Πυρὶ θεϊκῶ, φλεχθεὶς τὴν καρδίαν σου, τὸ πῦρ τῶν παθῶν, εἰς τέλος ἀπετέφρωσας, ἀθλητῶν ἑδραίωμα, θεοφόρε Μάρτυς Λαυρέντιε· καὶ ἀθλῶν ἐβόας πιστῶς· Οὐδείς με χωρίσει τῆς ἀγάπης Χριστοῦ.

 

Μεγαλυνάριον αγίου Λαυρεντίου

Χαίροις ο Διάκονος του Χριστού, ο διακονήσας, εν τι χάριτι ευσεβώς χαίροις ο τελέσας, δια πυρός ανδρείως, τον ένθεον αγώνα, Μάρτυς Λαυρέντιε.