Η οσία Θεοδώρα

από την Αλεξάνδρεια

11η Σεπτεμβρίου

Καταγόταν από την Αλεξάνδρεια. Έζησε στα χρόνια του βασιλιά Ζήνωνα (474-490 μ.Χ.) και ήταν παντρεμένη με έναν ευσεβή άνδρα, τον Παφνούτιο. Η ζωή της Θεοδώρας ήταν τίμια, ενάρετη και αφοσιωμένη στο σύζυγό της. Όμως, ο μισόκαλος διάβολος, σε κάποια στιγμή αδυναμίας της Θεοδώρας, την έσπρωξε κρυφά στη μοιχεία. Κανείς δεν την είδε, κανένας δεν το έμαθε. Μπορούσε, επομένως, να συνεχίσει αρμονικά την ζωή της με το σύζυγό της. Όταν, όμως, άκουσε τα λόγια του Ευαγγελίου, με τα οποία ο Κύριος διδάσκει ότι «δεν υπάρχει κρυφό, το οποίο δε θα γίνει φανερό στο μέλλον», σκέφτηκε το βάθος της αμαρτίας της και έκλαψε πικρά. Ντύθηκε έπειτα ανδρικά, πήγε σε μοναστήρι και εκάρη μοναχός με το όνομα Θεόδωρος. Εκεί μέρα-νύχτα μετανοούσε και έκλαιγε για την αμαρτία της. Μετά από δύο χρόνια συκοφαντήθηκε ότι πόρνευσε με γυναίκα, όταν έφεραν ένα νεογέννητο μωράκι έξω από την πόρτα του μοναστηριού. Τότε η Θεοδώρα πήρε το βρέφος και για επτά ολόκληρα χρόνια, έξω από το μοναστήρι και με διάφορες κακουχίες, το ανέθρεψε σαν δικό της. Όταν επανήλθε στο μοναστήρι, το ταλαιπωρημένο σώμα της μετά από λίγο καιρό ξεψύχησε. Τότε οι μοναχοί, όταν διαπίστωσαν το φύλο της, θαύμασαν και όλοι μαζί δόξασαν τον Θεό.

Περισσότερα...

Έζησε κατά το δεύτερο μισό του 5ου μ.Χ. αιώνα στην Αλεξάνδρεια όταν ήταν βασιλιάς ο Ζήνων. Νέα και πανέμορφη όπως ήταν, παντρεύτηκε σύζυγο ευσεβή και κοινωνικά καταξιωμένο, ο οποίος την περιέβαλε με την πιο τρυφερή και θερμή αγάπη. Αλλά η πολλή ομορφιά, που τόσο την στόλιζε, την οδήγησε σε μεγάλη συμφορά. Ήταν τόσο εκθαμβωτική η ωραιότητά της, ώστε κάθε εμφάνισή της αποτελούσε ένα είδος θριάμβου. Οι γυναίκες την καμάρωναν ή την ζήλευαν. Οι άνδρες θαύμαζαν και κάποιοι ζήλευαν το σύζυγό της.

Κάποιος πλούσιος νέος, ωραίος και, όπως λέει ο κόσμος, από επιφανή οικογένεια, ερωτεύτηκε παράφορα την περικαλλή Θεοδώρα. Κι επειδή ο φόβος του Θεού δεν αντιδρούσε κατά της ορμής της σάρκας του, η φλόγα του πάθους του μεγάλωνε και γινόταν ολοένα και περισσότερο τυραννική. Μέρα και νύχτα τον κατέτρωγε η ανάμνηση της Θεοδώρας και ωθούμενος από το άσβεστο πάθος επιζητούσε συχνότερες ευκαιρίες συναντήσεων μαζί της.

Εκείνη ήταν ανυποψίαστη στην αρχή. Αλλά κι απ’ το μυαλό του συζύγου της δεν μπορούσε να περάσει καμιά υπόνοια, γιατί της είχε σταθερή και ακλόνητη εμπιστοσύνη. Ο νεαρός επωφελήθηκε απ’ όλα αυτά. Έχοντας κι εκείνος την άνεση να επισκέπτεται οικογένειες που επισκεπτόταν κι εκείνη, τη συναντούσε εκεί καιροφυλακτώντας να την βρει μόνη, χωρίς να τη συνοδεύει ο άντρας της. Δεν άργησε να της εκφράσει και τον έρωτά του φροντίζοντας, εννοείται, να μην προσκρούσει στη σωφροσύνη της. Παρουσίασε τον εαυτό του ως πλατωνικό εραστή, ο οποίος ποθούσε απλώς να την βλέπει, να την αισθάνεται στον ίδιο χώρο και να λαμβάνει μόνο λίγα φιλικά βλέμματά της και ευμενή μειδιάματα.

Η Θεοδώρα δυσαρεστήθηκε στην αρχή και οργίστηκε για την εκδήλωση αυτού του έρωτα. Ο νεαρός τότε τροποποίησε την τακτική του. Την έβλεπε σπανιότερα και, όσες φορές τη συναντούσε, υποκρινόταν τον μελαγχολικό και θλιμμένο και προσποιόταν ότι, για να μην την ταράξει καθόλου, θα έφευγε αμέσως. Η ταλαίπωρη τότε έμπλεξε στην πρώτη σαγήνη. Θλιβόταν, διότι εξαιτίας της -έστω και ακούσια- έπασχε τόσο μία νεαρή ψυχή, και άρχισε όχι βέβαια να τον συμπαθεί, αλλά να τον λυπάται.

Κάποιες άθλιες γυναίκες, άλλες υποχρεωμένες από πλούσια δώρα του νεαρού κι άλλες από φθόνο, θέλοντας να καταρρίψουν την αρετή της Θεοδώρας ώστε ν’ αμαυρώσουν έτσι το κάλλος της με τη διαφθορά, ανέλαβαν το κακόηθες έργο των μεσιτριών. Με την επίδραση των λόγων τους η λύπη της Θεοδώρας για το νεαρό μετατράπηκε σε συμπάθεια. Για να του ελαττώσει τη μελαγχολία, δεχόταν να τον βλέπει συχνότερα. Τα γυναικάρια από την πλευρά τους κανόνιζαν συναντήσεις, κατά τις οποίες η οικοδέσποινα του φιλικού σπιτιού προσποιούμενη την πολύ απασχολημένη τους άφηνε μόνους, τη νεαρή και περικαλλή γυναίκα και τον ωραίο νεαρό με τη φωτιά και την ευγλωττία του πάθους.

Όταν κάποιος αφεθεί ελεύθερος σε ολισθηρό κατήφορο, δεν είναι διόλου παράδοξο ότι θα πέσει. Η Θεοδώρα λησμόνησε ότι υπάρχουν ένοχες επιείκειες, στις οποίες η ψυχή, που θα βρεθεί ευάλωτη, δε θα καταφέρει να κρατήσει ηθικά όρθιο το σώμα. Ένας έρωτας προς την παντρεμένη είναι έρωτας εναντίον της. Υπό τη δήθεν αφοσίωση, υπάρχει η ανευλάβεια και η ύβρις η θανάσιμη, διότι λέει προς αυτήν: “Είσαι σύζυγος. Έρχομαι να σε κάνω μοιχαλίδα”.

Δυστυχώς, η Θεοδώρα το κατάλαβε μόνο μετά την πτώση. Σε θλιβερή στιγμή, μην μπορώντας να βρίσει για να απαλλαγεί, προβάλλοντας ασθενή αντίσταση, θύμα μαζί και ένοχος, υπέκυψε στις ξένες περιπτύξεις και κηλίδωσε αισχρά τον εαυτό της. Αλλά οι τύψεις δεν άργησαν να έρθουν αμείλικτες, σφοδρές, καυστικές. Όταν μετά το μεθύσι της αμαρτίας, μετά την ολέθρια και ατιμωτική εκείνη εγκατάλειψη του εαυτού της βρέθηκε μόνη, συναισθάνθηκε ότι έπεσε στη λάσπη και στην άβυσσο. Η ομορφιά της ήταν η ίδια, η εξωτερική της εμφάνιση η ίδια. Κοινωνία και σύζυγος της έλεγαν: “είσαι αυτή που ξέρουμε”. Αλλά εκείνη γνώριζε -αλίμονο- την αλήθεια. Δεν ήταν πλέον αυτή. Και ο Θεός το γνώριζε επίσης. Τι συμφορά και πτώση! Ποδοπάτημα ενός στέμματος ή καταστροφή ενός θρόνου θα ήταν λιγότερο θλιβερή.

Και τώρα πώς βλέπει το σύζυγό της; Ώρες-ώρες της ερχόταν να πέσει στα πόδια του, να ομολογήσει το αμάρτημά της, να ζητήσει τη συγχώρεσή του ή την οποιαδήποτε δικαιοσύνη του. Αλλά το θάρρος της έλειπε. Δεν ήταν μόνο ότι ντρεπόταν, αλλά λυπόταν και για την πληγή που θα άνοιγε στην καρδιά του άντρα της. Την εμπιστευόταν τόσο πολύ και ήταν τόσο απόλυτη η πεποίθησή του σ’ αυτήν και τόσο ολόψυχη η αγάπη του! Πώς λοιπόν να του φανερώσει ότι τον απάτησε, ότι τη φίλησαν ξένα χείλη, ότι την απόλαυσαν άλλες αγκαλιές, ότι δόθηκε σ’ έναν κλέφτη, ότι αυτή, η σύζυγός του, η Θεοδώρα του, ήταν η χειρότερη εχθρός του, η οποία έριξε την σχέση τους στο βάλτο της ατιμίας;

Από την άλλη όμως, να σιωπήσει και να κρύψει την προδοσία έχοντας αρκεστεί στο να μην την επαναλάβει και να γυρίσει στην πρώτη πίστη της, σκοτώνοντας μέσα της τη μοιχαλίδα και αποκαθιστώντας αμέσως την καλή, αφοσιωμένη, αγνή και τίμια σύζυγο; Θα ήταν ίσως θεμιτή υποκρισία, αφού ο άλλος δρόμος θα ήταν τόσο σκληρός για τον άντρα της. Αλλά έβρισκε ότι η υποκρισία δεν είναι ασφαλές στοιχείο της συζυγικής ευτυχίας, ότι μια τέτοια απάτη διαιωνίζεται, όταν δεν εξαγνίζεται με την ομολογία, και αποτελεί ένα διαρκές νέφος, από το οποίο κάθε στιγμή κινδυνεύει να πέσει κεραυνός που μπορεί να καταστρέψει εντελώς την οικογενειακή στέγη. Υπήρξε αμαρτωλή. Αλλά το να υποκρίνεται στο σύζυγό της, της ήταν κάτι ξένο. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε επιτηδειότητα μεγάλη, διαρκή προσοχή και προσπάθεια. Ένιωθε πως δε θα τα κατάφερνε.

Διότι πώς θα το κατόρθωνε; Ο σύζυγός της θα συνέχιζε να της εκδηλώνει θερμά την αγάπη του, την τέλεια ευτυχία του, θα εγκωμίαζε τις αρετές της, θα της έλεγε όπως και πριν ότι δεν έχει άλλος τέτοια σύζυγο. Και λέγοντας αυτά θα την κοίταζε στα μάτια για να της πει: “δε λέω αλήθεια;”. Σε τέτοιες σκηνές τι θα απαντούσε αυτή, με τι λόγια και μειδιάματα και βλέμματα; Έβρισκε ότι η θέση της ήταν αφόρητη.

Για κάποιες μέρες υπέμεινε αυτή τη νέα κατάσταση χωρίς να πει τίποτα στον άντρα της, αλλά χωρίς ησυχία και παρηγοριά. Ο σύζυγός της αντιλήφθηκε την παράδοξη ψυχική τροπή της Θεοδώρας, τη βαριά της μελαγχολία, την ανεξήγητη στενοχώρια της, τα δάκρυα που μάταια αγωνιζόταν να του κρύψει. Τι λοιπόν, συνέβη; Μάταια προσπαθούσε να ηρεμήσει την ταραγμένη της ψυχή με όλους τους θησαυρούς της αγάπης του. Η πλούσια και συγκινητική αυτή στοργή έκανε πιο αισθητό στη συνείδησή της το μέγεθος του εγκλήματος. Να φανεί άπιστη σε τέτοιον άντρα! Κατάντησε να μισήσει τον ίδιο τον εαυτό της. Όχι! Δεν ήταν πλέον δυνατό. Η αμαρτία της, της μοιχείας η αμαρτία, η τόσο αυστηρά αλλά και δίκαια καταδικασμένη από τον Κύριο Ιησού Χριστό, είχε πλέον λύσει τον ιερό και άγιο δεσμό του γάμου τους. Κι αυτή, η ένοχη και ανόσια, δε δικαιούνταν να έχει θέση στη συζυγική στέγη. Τραπέζι, κρεβάτι, αναπαύσεις, μειδιάματα, στοργή, δεν ανήκουν στη μοιχαλίδα. Και μια κραυγή εσωτερική, αδιάλειπτη, άμαχη, την ωθεί λέγοντας διαρκώς: “φύγε”.

Για να πάει πού; Όταν η σκέψη κατέληγε σε απόφαση, η Θεοδώρα δίσταζε. Αυτή θα έφευγε. Και ο σύζυγός της; Δε θα έμενε κοντά του η άτιμη. Αλλά, αλίμονο! Το ήξερε καλά εκείνη, ότι μαζί της θα εξαφανιζόταν και κάθε ησυχία και γαλήνη και χαρά από την καλή και με τόση αγάπη εκείνη ψυχή. Και τον αντάμειβε έτσι λοιπόν τον άντρα, τον αγαθό και τίμιο, τον αφοσιωμένο με τόση εμπιστοσύνη και αγάπη, τον ευτυχή, με την πεποίθηση ότι η γυναίκα του ήταν περισσότερο τίμια παρά ωραία!

Κάποια μέρα αποφάσισε να βάλει τέρμα στην στενοχώρια και την φρίκη, που της έφερνε η παράταση της διαμονής κοντά στον άντρα της. Έφυγε για να μην ξαναγυρίσει πια. Και στην αρχή, ντυμένη με φτωχικά ρούχα κατέφυγε σε γυναικείο ησυχαστήριο, σε ένα από εκείνα τα πολυπληθή που βρίσκονταν στην αιγυπτιακή γη. Η γαλήνη που βασίλευε εκεί, η αδιατάρακτη από τα κοσμικά φρονήματα, την έκανε να αισθανθεί ακόμα μεγαλύτερη ταραχή. Έχυσε λοιπόν πικρά δάκρυα και αναχώρησε χωρίς να ομολογήσει κάτι. Όχι γιατί την εμπόδισε κατά την τελευταία στιγμή η φιλαυτία της, αλλά γιατί σεβάστηκε την εκεί υπάρχουσα και κυριαρχούσα ευσεβή προσήλωση και αγιότητα, ώστε να μη θελήσει να φέρει την ταραχή και την θλίψη του δικού της αμαρτήματος.

Έπειτα, την είχε κυριεύσει κι άλλη σκέψη. Έβρισκε τόσο ένοχο τον εαυτό της, ώστε φρονούσε ότι αυτή η Θεοδώρα δεν είχε πλέον δικαιώματα στην ζωή. Η αυτοκτονία όμως χωρίς να εξαγνίσει το αίσχος θα οδηγούσε στην αιώνια κόλαση. Δεν υπήρχε άραγε τρόπος που να μπορούσε να συμβιβάσει τη μετάνοια και την ψυχική της σωτηρία, με την εξαφάνισή της από την παρούσα ζωή; Να αφανίσει την ψυχή της δεν ήταν σωστό. Γιατί όμως να μην εξαφανίσει το όνομά της, τη γυναικεία της εμφάνιση, την ωραιότητά της, τη δυστυχή και εγκληματική εκείνη ωραιότητα, η οποία ενέπνευσε τόσο ένοχο πόθο, που παρέσυρε και την ίδια σε κάτι χειρότερο από το χάος, στη λάσπη;

Έτσι, με ελάχιστα χρήματα αγόρασε ένα ακόμα πιο ευτελές αντρικό ρούχο, το οποίο φόρεσε. Στη συνέχεια βάδισε πολύ στον καυτό ήλιο, σε ακραίες καιρικές συνθήκες, σε στερήσεις και πολλές κακοπάθειες. Μετά από μήνες θέλησε να δει τι είχε πλέον απομείνει από την παλιά Θεοδώρα. Αφού δεν είχε καθρέφτη, κοίταξε τον εαυτό της σε καθαρό νερό. Ένα χαμόγελο πένθιμο αλλά και χαρούμενο ζωγραφίστηκε στα ωχρά χείλη της. Είχε τόσο μαυρίσει και αδυνατίσει και αλλοιωθεί, φαινόταν τόσο διαφορετική στα φτωχικά εκείνα ρούχα, ώστε όλοι θα τη νόμιζαν για κάποιο λεπτό και καλοκαμωμένο νέο, που ταλαιπωρήθηκε και πέρασε πολλά. Και τότε, με την ικανοποίηση ότι η Θεοδώρα εξαφανίστηκε έτσι, παρουσιάστηκε νύχτα σε αντρικό κοινόβιο και χτύπησε την πόρτα.

– Ποιος είσαι; – Φτωχός χριστιανός. – Πώς ονομάζεσαι; – Θεόδωρος.

Της άνοιξαν. Το πρωί πήγε στον ηγούμενο για να τον παρακαλέσει να επιτρέψει την εκεί διαμονή της. Ο ηγούμενος είδε με συμπάθεια την θλίψη του νέου -όπως τη νόμιζε- ενημέρωσε όμως για όλη την ασκητική ζωή των αδελφών, την αρκετά καταθλιπτική και βαριά ζωή για οργανισμούς λεπτότερους και ασυνήθιστους σε μακρές αγρυπνίες και ορθοστασίες, σε γονυκλισίες και έργα βιοτικά, που απαιτούσαν σώματα δυνατά και ασκημένα. Αλλά ο Θεόδωρος -ας ονομάσουμε και εμείς έτσι τη μετανοούσα Θεοδώρα- ικέτευσε θερμά και ο ηγούμενος εισάκουσε την παράκλησή του. Παρά το ότι ήταν λεπτός ο νέος δόκιμος, επέδειξε αμέσως προθυμία και σπάνια αντοχή. Κόπιαζε όχι μόνο όσο οι άλλοι, αλλά και περισσότερο από τους άλλους.

Μερικές φορές την έστελναν και στην πόλη για προμήθεια λαδιού και άλλων ειδών αναγκαίων για το κοινόβιο. Μόνο τότε κυριευόταν η ψυχή της από πένθος και ανησυχία, αλλά χωρίς να προδοθεί. Φοβόταν η ταλαίπωρη μην τυχόν βρισκόταν κανείς που θα την αναγνώριζε παρ’ όλη την παραλλαγή. Προπάντων έτρεμε μήπως και συναντούσε ποτέ το σύζυγό της.

Αλλά μολονότι έτρεμε -παράδοξη αντίφαση της ανθρώπινης καρδιάς!- σχεδόν ποθούσε τη συνάντηση εκείνη. Διότι τώρα που αποχωρίστηκε τον ανεκτίμητο εκείνο άντρα, συναισθάνθηκε ακόμη περισσότερο την αξία του. Δεν ήταν πλέον μόνο ο αγαθός και ευσεβής. Ήταν και ο μάρτυρας, του οποίου τις πληγές αυτή είχε ανοίξει και στον οποίο είχε ανάψει την κάμινο. Τι να είχε γίνει άραγε ο ταλαίπωρος μέσα στην φλόγα εκείνη; Ω! Αν ήταν δυνατό να του ξανάδινε τη γαλήνη και τη χαρά του. Ίσως όμως να είχε ξεχάσει ότι, ακόμα κι αν τα αμαρτήματα εξαλείφονται, κάποια τραύματα παραμένουν πάντοτε αιμοσταγή στην ανθρώπινη ψυχή.

Είχε φύγει από την στέγη του για να μην ψεύδεται και να μην υποκρίνεται. Αν τώρα τον συναντούσε, τι θα του έλεγε; Την αλήθεια; Έτσι όμως δε θα του έδινε καμία χαρά. Αν πάλι την έκρυβε, θα έπρεπε να επινοήσει ένα σωρό ψέματα, υποχρεωμένη να θυμάται πάντα όλα τα σκοτεινά αυτά κατασκευάσματα, για να μη φανερωθεί ποτέ ότι είπε ψέματα.

Κι έτσι μετέβαινε στην πόλη γεμάτη σάλο, ανησυχία, αγκάθια. Κάποια μέρα -ήταν πρωί ακόμα, σχεδόν όρθρος- ενώ πορευόταν με δυο καμήλες για αγορά τροφίμων, διέκρινε έναν άντρα με βήμα άτακτο και υπερβολικά βιαστικό. Ήταν αρκετά μακριά, αλλά -πώς, Θεέ μου, τούτο!- στην καρδιά της έγινε σεισμός ανέκφραστος. Ήταν εκείνος!

Εκείνος, μέσα στην πλάνη από τότε που την έχασε, παρατώντας τις δουλειές του, εγκαταλείποντας το σπίτι του, με ανοιχτή πληγή στην ψυχή. Και ήταν διπλά δυστυχής, επειδή εξαφανίστηκε η Θεοδώρα του και επειδή κανείς δεν τον πληροφορούσε το γιατί. Ενώ η ιδέα του φόνου, του αποσπούσε πικρότερα δάκρυα, ακόμα μεγαλύτερη πίκρα του δημιουργούσαν οι υποψίες, ακούσιες αλλά τρομερές, ότι μπορούσε ίσως -ποιος ξέρει;- δυναστικά να την έχουν απαγάγει ή έχοντας αγαπήσει η ίδια κάποιον άλλον να βρίσκεται τώρα μαζί του. Κι έτσι πλανιόταν εδώ κι εκεί, μην μπορώντας να κάτσει ούτε στιγμή, ζητώντας να βρει κάποια διαφορετική πληροφορία.

Εν τω μεταξύ κόντευαν να συναντηθούν. Καμία πλέον αμφιβολία ότι ήταν εκείνος. Τότε, η καρδιά της Θεοδώρας σκίρτησε και πόθησε. Πόθησε να πηδήσει από την καμήλα, να πέσει στα πόδια του συζύγου της, να ζητήσει τη συγχώρεσή του, να γυρίσει κοντά του για να είναι επιτέλους δούλη του. Και πόσο ο ταλαίπωρος είχε αλλοιωθεί κι αυτός! Η θλίψη τον είχε μαράνει τρομερά. Τον κοίταζε λοιπόν από την καμήλα χωρίς να αποστρέψει το πρόσωπό της. Αν την αναγνώριζε, αν στεκόταν μόνο για να μιλήσουν λίγο, θα του φανέρωνε τα πάντα. Και με την απόφαση αυτήν, επιβράδυνε το βήμα της καμήλας.

Μέτρο ανωφελές! Ο σύζυγός της, με την αντρική της περιβολή και την τόση μεταβολή της, δεν την αναγνώρισε. Ο νους του και η καρδιά του καιγόταν από τη μάταιη αναζήτηση. Δεν την αναγνώρισε ούτε κι όταν εκείνη του απηύθυνε χαιρετισμό. Μόνο αντιχαιρέτησε κι εκείνος και εξακολούθησε το γρήγορο βήμα του. Έτσι λοιπόν! Βρέθηκαν πρόσωπο προς πρόσωπο κι ούτε καν υποψιάστηκε πως είναι εκείνη. Οι παλμοί της καρδιάς της ξανάπεσαν μετά από λίγη ώρα. Άρα το ποθούμενο είχε πραγματοποιηθεί. Η Θεοδώρα εξαφανίστηκε από αυτόν τον κόσμο, αφού δεν την αναγνώρισε ούτε ο ίδιος της ο άντρας, ο οποίος την είχε μέσα στην καρδιά του. Αφήνοντας να τρέξουν τα δάκρυά της, άφησε την καμήλα της να προχωρήσει γρηγορότερα.

Δεν άργησε να έρθει σε βάρος της νέα και απροσδόκητη περιπέτεια. Ένας από τους μοναχούς είχε κάποια συγγενή, στην οποία δυστυχώς επιτρεπόταν να συχνάζει στη Μονή, κάποτε μάλιστα να διανυκτερεύει κιόλας. Η νεαρή εκείνη συνόδευσε τη Θεοδώρα στην πόλη, αφού προηγουμένως είχε φάει πολύ και είχε πιει παραπάνω κρασί κοντά στο μοναχό θείο της. Κι επειδή δεν τη διέκρινε και πολλή σωφροσύνη, τη νύχτα, όταν οι καμήλες αναπαύονταν και η Θεοδώρα ησύχαζε -πιο μακριά της κοιμόταν κάποιος συνοδός που είχε φιλοξενηθεί στη Μονή- με φλογισμένη τη σάρκα από το κρασί και το πάθος, η συγγενής του μοναχού πλησίασε προκλητικά τη Θεοδώρα με την ιδέα ότι ήταν Θεόδωρος. Όταν διώχτηκε από ΄κει, με τη μανία που θολώνει η μεθυσμένη λαγνεία, πλησίασε και πλάγιασε δίπλα στο συνοδό.

Μετά από κάποιους μήνες η εγκυμοσύνη φανέρωσε την αμαρτία της νεαρής και το σκάνδαλο τάραξε ολόκληρη τη Μονή. Ποιος ήταν ο συνένοχος; Η ομολογία της αλήθειας φαινόταν βαρύτερη στην ένοχο. Νομίζοντας ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο ελάφρυνε το έγκλημά της και θέλοντας μαζί να εκδικηθεί τον Θεόδωρο για την αδιαφορία και την περιφρόνηση που της έδειξε, ισχυρίστηκε ότι αυτός της ρίχτηκε τη νύχτα που τον συνόδευε στην πόλη.

Η απολογία κατά της συκοφαντίας δεν κρίθηκε πειστική. Μοναχοί, που με κόπο συγκρατούσαν τον φθόνο τους εναντίον του Θεοδώρου, έχυσαν τότε όλο το δηλητήριό τους. Έτσι, με κοινή αποδοκιμασία και κατάκριση θεωρήθηκε ένοχος. Μετά από λίγες μέρες, ένα βρέφος βρισκόταν έκθετο έξω από τη Μονή. Η ανόσια μητέρα του το έστειλε εκεί, με τη δήλωση ότι η μέριμνά του αφήνεται στον πατέρα του, μοναχό Θεόδωρο.

Η Θεοδώρα, όσο κι αν ήξερε την αθωότητά της, όσο κι αν αγανακτούσε εναντίον της ποταπής και κακοηθέστατης συκοφαντίας, πίστεψε ότι υπήρχε κάποιο στοιχείο δικαιοσύνης στην αδικία εκείνη, η οποία την έπληττε τόσο πικρά και ωμά. Η σάρκα την είχε παρασύρει στην ατίμωση. Και ήδη, αν και αθώα, βαρυνόταν με ατιμωτικό έγκλημα της σάρκας. Μήπως το πλήγμα ερχόταν για να της υπενθυμίσει πόσο βαρύ υπήρξε το πταίσμα της και πόσο είχε ανάγκη από ένα μάλλον σκληρό εξιλασμό; Είχε κι αυτή πληγώσει εγκληματικά. Και τώρα δεχόταν η ίδια μία πληγή. Υπήρξε άτιμη και ο σύζυγός της δεν το έμαθε, ούτε οι άνθρωποι το γνώρισαν. Έκλεβε έτσι την υπόληψή τους. Και τώρα, χωρίς να είναι ένοχη, δεχόταν την περιφρόνηση των συμμοναστών της σαν άτιμη. Ήταν βέβαια κι αυτό αδικία κατά ένα μέρος. Αλλά γενικά σαν τιμωρία δεν περιείχε κάποια υψηλή δικαιοσύνη;

Της ήταν εύκολο να διεκδικήσει επί του προκειμένου την αθωότητά της. Αλλά κάτι τέτοιο δεν το ενέκρινε. Για να ξεπεραστεί το ένα σκάνδαλο θα ξέσπαγε άλλο. Δεν ήταν όμως κι άξια για κάθε ποινή; Υπέκυψε λοιπόν στις περιστάσεις. Αν αλλού κάποιος φταίει κι αλλού χτυπιέται, ο εδώ άραγε εξιλασμός δεν επεκτείνεται κι εκεί; Έτσι, βάσταξε το ξένο ανόμημα. Παίρνοντας το ξένο βρέφος και βγαίνοντας από τη Μονή με χλευασμούς, ύβρεις και επιπλήξεις, πλανιόταν από ‘δώ κι από ‘κεί περιφέροντας και τρέφοντας το μικρό με γάλα, το οποίο προμηθευόταν από διάφορα ποιμνιοστάσια ή νομάδες ποιμένες. Και πέρναγε τώρα βαρύτερες ταλαιπωρίες και στερήσεις, το σώμα της φθειρόταν και τα χείλη της πολλές φορές με στεναγμό έλεγαν: “και το πόμα μου μετά κλαυθμού εκίρνων”.

Μετά από επτά χρόνια ο προεστός της Μονής δέχτηκε και πάλι τον αδελφό Θεόδωρο με το παιδί του, όπως θεωρούσαν το ξένο παιδί που έτρεφε. Οι λοιποί μοναχοί δεν έφεραν αντίρρηση. Άλλοι έδειξαν συμπάθεια προς την επταετή αποβολή, άλλοι λυπήθηκαν το ερείπιο πλέον εκείνο του σώματος. Διότι, τόσο είχε καταβληθεί ο Θεόδωρος, ώστε προφανώς στη Μονή δεν του παραχωρούσαν πλέον κελί, αλλά τάφο.

Ο θάνατος δεν άργησε να έρθει. Τότε αποκαλύφθηκε και το μυστήριο του φύλου της Θεοδώρας. Οι μοναχοί απέμειναν έκπληκτοι, περισσότερο μάλιστα ακόμα επειδή δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πώς μια γυναίκα υπέστη με τόση καρτερία τόσο πικρή συκοφαντία, ενώ μπορούσε με ευκολία να αποδείξει την αθωότητά της. Στέναξαν όλοι και έκλαψαν, μη εξαιρουμένων κι εκείνων, στους οποίους άναβε μέσα τους ο φθόνος εναντίον της αγαθότητας του Θεοδώρου. Είναι ανάγκη να πει κανείς ότι η ένοχη συγγενής του μοναχού αναγκάστηκε στη συνέχεια να ομολογήσει την αλήθεια και να μαρτυρήσει τον πραγματικό συνένοχο του αίσχους της;

Μπροστά στο λείψανο της Οσίας, ήδη πριν από την ταφή, διαδραματιζόταν συγκινητικότατη σκηνή. Ο σύζυγός της πληροφορήθηκε σε θεόσταλτο όραμα τα συμβάντα. Κι αμέσως, με ένα γρήγορο άλογο κατευθύνθηκε στη Μονή. Πέφτοντας προς την όψη του λειψάνου ασπάστηκε την αγαπημένη του σύζυγο και την πότισε με τα δάκρυά του. Ούτε επέστρεψε πλέον στον κόσμο. Σαφώς δεν του αποκαλύφθηκε τι είχε διαπράξει η Θεοδώρα του, πριν ακόμα τον αφήσει. Εκείνος μάντεψε περίπου την αλήθεια, αλλά μέσα του δεν ένιωσε καμιά πικρία και μνησικακία εναντίον της. Είχε τόσο τιμωρήσει μόνη της τον εαυτό της! Και αφού ο Θεός τη δέχτηκε, τι άλλο είχε να κάνει αυτός απέναντί της παρά να κρατήσει στο νου και στην καρδιά του, την ανάμνηση και την αγάπη της;

Η ψυχή του δεσμεύτηκε στον τόπο της μετανοίας, των δακρύων, του εξιλασμού και της αγιότητάς της. Αφού πούλησε τα υπάρχοντά του και τα μοίρασε στους φτωχούς και στη Μονή, έμεινε πλέον σ’ αυτήν. Και οι μοναχοί τον συμπάθησαν τόσο, ώστε κατά την παράκληση και τον πόθο του τον έθαψαν στον τάφο της Θεοδώρας.

Ἀπολυτίκιον

Δῶρον ἔνθεον, ἡγιασμένον. Θεῷ ἤνεγκας, τὴν βιοτήν σου, Θεοδώρα Ὁσία πανεύφημε. τῆς μετανοίας τὸ πῦρ γὰρ ἐμφαίνουσα, μέσον ἀνδρῶν φιλοσόφως διέλαμψας. ὅθεν πρέσβευε, ἀπαύστως τῶ σὲ δοξάσαντι, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἐν σοι Μῆτερ, ἀκριβῶς διεσώθη τὸ κατ’ εἰκόνα· λαβοῦσα γὰρ τὸν σταυρόν, ἠκολούθησας τῷ Χριστῷ καὶ πράττουσα ἐδίδασκες ὑπερορᾶν μὲν σαρκός, παρέρχεται γὰρ ἐπιμελεῖσθαι δὲ ψυχῆς πράγματος ἀθανάτου· διὸ καὶ μετὰ ἀγγέλων συναγάλλεται, ὁσία Θεοδώρα, τὸ πνεῦμά σου.