O όσιος Oνούφριος

12η Ιουνίου

Καταγόταν από την Περσία. Από πολύ νωρίς εξέφρασε την επιθυμία να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στον Κύριο. Αρνήθηκε τις εγκόσμιες απολαύσεις και εντάχθηκε σε μία κοινοβιακή αδελφότητα. Στο κοινόβιο αυτό, που βρισκόταν στην Ερμούπολη των Θηβών, πήρε τα πρώτα μαθήματα άσκησης και εγκράτειας. Χάρις στη βαθιά πίστη και ταπεινοφροσύνη του ξεχώρισε ανάμεσα στους αδελφούς, οι οποίοι τον περιέβαλλαν με την απεριόριστη αγάπη και το θαυμασμό τους. Όταν άκουσε για πρώτη φορά το βίο του προφήτη Ηλία και του Ιωάννου του Προδρόμου, θέλησε να φύγει για την έρημο μιμούμενος τη ζωή των εκεί ασκητών. Πρότυπο ασκητικής ζωής ο Ονούφριος, έμεινε στην έρημο και, μάλιστα, επί 60 χρόνια δε συνάντησε άνθρωπο! Κάποτε ο μοναχός Παφνούτιος, που ταξίδευε στην έρημο μέρες προκειμένου να συναντήσει κάποιον ασκητή, βρήκε τον Ονούφριο κάτω από ένα φοίνικα. Ο Όσιος ήταν γυμνός, σκεπασμένος από τη λευκή γενειάδα του. Ο Παφνούτιος έμαθε τα πάντα για το βίο του ασκητή, ο οποίος άφησε την τελευταία πνοή μπροστά του. Όταν πέθανε, ο Παφνούτιος έσκισε στα δύο το πανωφόρι του και τον σκέπασε με το μισό. Έθαψε το άγιο λείψανο κάτω από το φοίνικα. Μετά την ταφή του, η καλύβα του Αγίου έπεσε, ξεράθηκε ο φοίνικας και το νερό που έτρεχε στέρεψε!

Περισσότερα...

Υπήρξε μία από τις μεγάλες ασκητικές φυσιογνωμίες των αιγυπτιακών ερήμων. Καταγόταν από την Περσία και από μικρό παιδί διακρινόταν για τη φλογερή ζωή του και την ακατάσχετη τάση του να περνά κάθε στιγμή της ζωής του με ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό. Εκείνα τα χρόνια άκμαζε η φήμη των ερημιτών, οι οποίοι στόλιζαν τα ενδότερα της αιγυπτιακής γης, και μεταξύ όλων των άλλων προσέτρεχαν σε αυτούς και νέοι άνθρωποι με φλογερή διάθεση να τους γνωρίσουν από κοντά και να τους θέσουν ως πρότυπα αγίας μιμήσεως. Στην αρχή ο Ονούφριος προσήλθε σε κάποιο αναχωρητήριο, μάλλον κοινοβιακού τύπου, και εκεί έμεινε αρκετά χρόνια. Κατά το διάστημα εκείνο έμαθε και άκουσε πολλά, ασκήθηκε σε κάθε πνευματική και σωματική εγκράτεια και διακρίθηκε στην ταπεινοφροσύνη, την ανυπόκριτη υποταγή στους ανωτέρους και την υπηρετική φιλαλληλία απέναντι στους ίσους και τους κατωτέρους του. Έτσι, πέρασε το κομμάτι αυτό της ζωής του μέσα στην αδελφότητα αγαπημένος από όλους και κυρίως αγαπώντας αυτός τους πάντες.

Όταν έφτασε σε ωριμότερη ηλικία, πόθησε να διεισδύσει στα βαθύτερα της ερήμου, να γνωρίσει τους ασκητές και τους ήρωές της και να ζήσει και αυτός ως ερημίτης δοκιμάζοντας τόσο τις ηδονές όσο και τους μόχθους του ασκητικού βίου. Η αδελφότητα προσπάθησε να τον εμποδίσει, διότι λυπόταν που θα έχανε ένα τόσο εκλεκτό μέλος της. Αλλά ο Ονούφριος τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να εκπληρώσει τον πόθο του. Τελικά ενέδωσαν και μετά από κοινή δέηση όλων των αδελφών, αφού τους αγκάλιασε με δάκρυα και ζήτησε συγχώρεση και τις προσευχές τους, ξεκίνησε έχοντας εναποθέσει όλες τις ελπίδες του στον Θεό.

Ενώ είχε απομακρυνθεί αρκετά από το ησυχαστήριο και βάδιζε μέσα στην έρημο, κατελήφθη από κούραση και ζήτησε ανάπαυση κάτω από μία συκιά. Μόλις κοιμήθηκε, παρουσιάστηκε σε αυτόν σε όνειρο άγγελος Κυρίου ο οποίος τον ενθάρρυνε λέγοντάς του να προχωρήσει χωρίς να πτοηθεί από κανένα πειρασμό, διότι αυτός είχε σταλεί από τον Θεό να τον προστατεύει πάντοτε. Αφού σηκώθηκε ο Ονούφριος, βάδισε για αρκετή ώρα ώσπου έφτασε έξω από μια καλύβα. “Άραγε κατοικείται από κανέναν και, αν ναι, από ποιον”; Και ενώ τον απασχολούσαν αυτές οι σκέψεις, πρόβαλε από την πόρτα ένας γέροντας ασκητής με όψη σεβάσμια και γλυκιά χαιρετώντας τον Ονούφριο ονομαστικά. Μα η έκπληξή του μεγάλωσε όταν άκουσε από τον Ερμία – αυτό ήταν το όνομα του γέροντα – ότι μέσω θείας αποκαλύψεως είχε πληροφορηθεί για την άφιξή του τη συγκεκριμένη ημέρα και του είχε ετοιμάσει το ησυχαστήριό του. Ο Ονούφριος ανταπέδωσε το χαιρετισμό με μεγάλη ευλάβεια και ευγνωμοσύνη και δόξασε τον Θεό, επειδή του χάρισε έναν τέτοιο προστάτη και φίλο μέσα σε εκείνη την απέραντη ερημιά. Στη συνέχεια, οι δύο αδελφοί προσευχήθηκαν μαζί και έφαγαν λιτά έξω από την καλύβα.

Την επόμενη μέρα, αφού πήραν μαζί τους λίγο ξερό ψωμί και ένα δοχείο με νερό, ξεκίνησαν να πορεύονται μέσα στην έρημο για τέσσερα μερόνυχτα. Τις νύχτες κοιμούνταν λίγο και συνέχιζαν την πορεία τους κάτω από το φως της σελήνης. Τέλος, στάθηκαν έξω από μια καλύβα η οποία βρισκόταν κάτω από έναν τεράστιο φοίνικα. Δίπλα στην καλύβα υπήρχε και μία πηγή. – Εδώ, είπε ο Ερμίας στον Ονούφριο, είναι το ησυχαστήριό σου. Το έχω φτιάξει με τα χέρια μου και τώρα στο παραχωρώ. Εδώ ας είναι η κατοικία σου και κάνε σε αυτό την άσκησή σου. Να προσεύχεσαι και για μένα τον ανάξιο και αμαρτωλό και κάποιες φορές θα βλεπόμαστε, διότι η απόσταση δε σημαίνει τίποτε όταν υπάρχει η «εν Χριστώ αγάπη».

Μετά από παράκληση του Ονούφριου ο Ερμίας δεν έφυγε αμέσως, αλλά έμεινε μαζί του για δεκαπέντε μέρες, ώστε ο Ονούφριος να επωφεληθεί από τη σύνεση και την αρετή του Ερμία. Όταν οι μέρες τελείωσαν και ο Ονούφριος είπε στον Ερμία ότι τώρα μπορεί να επιστρέψει, ο Ερμίας μειδιώντας του απάντησε ότι τώρα, παρά το ότι ο Ονούφριος δεν τον είχε τόση ανάγκη, εκείνος δε θα έφευγε αλλά επιθυμούσε να παρατείνει τη διαμονή του για άλλες δεκαπέντε μέρες προς ωφέλεια του εαυτού του τώρα. Αυτή η συμπεριφορά του Ερμία οφείλεται στο ότι από τη μικρή συμβίωση που είχε με τον Ονούφριο κατάλαβε ότι παρά το ότι ήταν ηλικιακά μικρότερος, εν τούτοις καλλιεργούσε αρετές, από τη μελέτη των οποίων θα ωφελούνταν πολύ. Είχε άραγε ο Ερμίας τέτοια ανάγκη; Και γιατί όχι; Όλοι μπορούμε να διδασκόμαστε ο ένας από τον άλλο, ακόμα και ένας άγιος μπορεί να διδαχθεί από το φως που ανατέλλει στην ψυχή ενός μετανοούντος.

Ύστερα από τριάντα μέρες έφυγε ο Ερμίας, αλλά έκτοτε οι δύο φίλοι συναντιόντουσαν δύο φορές το χρόνο, τη μια στο ησυχαστήριο του ενός και την άλλη στο άλλο. Ήρθε όμως η ώρα κατά την οποία ο Ερμίας ήρθε στο ησυχαστήριο του Ονούφριου και του είπε:
– Αδελφέ Ονούφριε, θα μείνω πλέον πλησίον σου.
Ο Ονούφριος σκίρτησε από τη χαρά του. Αλλά μετά από λίγο χλώμιασε, όταν παρατήρησε καλά το πρόσωπο του σεβάσμιου ασκητή και παρατήρησε σημάδια εξασθένησης. Το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας το αφιέρωσε σε προσευχή για τον αδελφό του.
Αλλά εκείνος την επόμενη μέρα τον κάλεσε και του είπε:
– Ονούφριε, ο ουράνιος Πατέρας μας σήμανε για μένα. Πρέπει να φύγω. Ο ήλιος θα δύσει και τότε θα εμφανιστεί μπροστά μου η ανατολή της άλλης ζωής. Υπήρξα βεβαίως αμαρτωλός, αλλά η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού με ενθαρρύνει. Τον επικαλούμουν πάντοτε με δάκρυα. Και τέτοιες αιτήσεις το έλεός Του πάντα τις εισακούει.
Ο Ονούφριος δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του. Ο Ερμίας τον αγκάλιασε και του είπε:
– Θα σε περιμένω, αδελφέ μου. Και εκεί, το γνωρίζεις καλά, δεν υπάρχει χωρισμός, ούτε οδύνη και θάνατος.

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος έχασε και τις τελευταίες του ακτίνες, ο Ερμίας έχοντας δίπλα του τον Ονούφριο άφησε την τελευταία του πνοή. Τότε ο καλός του φίλος τον έθαψε κάτω από το φοίνικα και λίγο μακρύτερα από την πηγή. Εκεί δίπλα στον τάφο του αδελφού και προστάτη του προσευχόταν κάθε πρωί και απόγευμα.

Η φήμη του Ονούφριου δεν άργησε να εξαπλωθεί σε όλη την έρημο. Πολλοί έρχονταν σε αυτόν για να τον συμβουλευτούν και να ωφεληθούν από τη συζήτηση μαζί του. Διότι η καθαρότατη ζωή του πνεύματος τον καθιστούσε αληθινό σοφό. Γνώρισε, με θεία αποκάλυψη, να οδηγεί τις ψυχές και να γνωρίζει τι είχε ανάγκη η καθεμιά για να γιατρευτεί ή να τονωθεί στον αγώνα. Η διάδοση αυτού του χαρίσματός του έφερε σε αυτόν νέους μα και συνομήλικους αναχωρητές. Έφτασε δε σε βαθιά γεράματα και όλα αυτά τα χρόνια συνέχισε να κατοικεί στην καλύβα του κάτω από το φοίνικα και δίπλα στην πηγή και ποτέ δεν έπαψε να προσεύχεται δίπλα στον τάφο του καλού του προστάτη.

Κάποια μέρα ήρθε σε αυτόν ο αββάς Παφνούτιος, η παρουσία του οποίου γέμισε τον όσιο Ονούφριο με χαρά. Οι ψυχές τους αμέσως συνδέθηκαν με αδελφική αγάπη. Έμεινε εκεί ο Παφνούτιος ως φιλοξενούμενος και ένα βράδυ, ενώ ήταν ξαπλωμένος κάτω από το φοίνικα και άκουγε τον ψίθυρο της πηγής, τον πλησίασε ο Ονούφριος και του διηγήθηκε όλη τη ζωή του.

Μετά από κάποιες μέρες ο Παφνούτιος θέλησε να φύγει.
– Όχι, του απάντησε ο Ονούφριος. Πρώτα θα φύγω εγώ.
– Πώς; ρώτησε γεμάτος έκπληξη ο Παφνούτιος. Θα αφήσεις τον τόπο αυτό με τον οποίο τόσο έχεις δεθεί; Και πού θα πας;
– Στη «μένουσαν πόλιν», απάντησε ο Ονούφριος και έδειξε τον ουρανό.

Πράγματι, ο Ονούφριος ευλόγησε τον Παφνούτιο μετά από θερμή παράκληση του τελευταίου και την επόμενη μέρα ο Παφνούτιος έθαψε τον Ονούφριο δίπλα στο μνήμα του αδελφού του κάτω από το φοίνικα και έφυγε από εκεί. Και ενώ η καλύβα περίμενε νέο κάτοικο, η πηγή κελάρυζε θλιβερά σαν να εξέφραζε και αυτή τη λύπη της δίπλα στα δύο μνήματα, τα οποία φύλαγαν αυτούς που τόσο την είχαν αναδείξει στο σεβασμό των ερημιτών.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ὁσίου Ὀνουφρίου καὶ τοῦ ὁσίου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου

Tῶν Ἀγγέλων τὸν βίον ἐν σαρκὶ μιμησάμενοι, ὤφθητε ἐρήμου πολῖται, καὶ χαρίτων κειμήλια, Ὀνούφριε Αἰγύπτου καλλονή, καὶ Πέτρε τῶν ἐν Ἄθῳ ὁ φωστήρ· διὰ τοῦτο τοὺς ἀγῶνας ὑμῶν ἀεὶ τιμῶμεν ἀναμέλποντες· δόξα τῷ ἐνισχύσαντι ὑμᾶς, δόξα τῷ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι δι’ ὑμῶν πᾶσιν ἰάματα.

Ἀπολυτίκιον τοῦ ὁσίου Ὀνουφρίου

Tῆς ἐρήμου πολίτης καὶ ἐν σώματι Ἄγγελος, καὶ θαυματουργὸς ἀνεδείχθης, θεοφόρε Πατὴρ ἡμῶν, Ὀνούφριε· νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών , θεραπεύεις τοὺς νοσοῦντας, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πίστει προστρεχόντων σοι. Δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν· δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι· δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διά σοῦ πᾶσιν ἰάματα.